Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dillema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dillema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Dilemma - Κεφάλαιο 3ο





Δίλλημα


Κεφάλαιο 3ο


‘Θυμός’




Μπέλλα



Ήμουν αφάνταστα εκνευρισμένη. Είχε το θράσος να μου πετάξει πως με ήθελε. Το πιο σπαστικό όμως ήταν πως ένιωθα περίεργα. Για την ακρίβεια, δεν ήξερα καν τι ένιωθα. Την μια, η ομορφιά του και ο πόθος μου γι’αυτόν με κυρίευαν. Ναι, το παραδέχομαι ήταν κούκλος. Αλλά, από την άλλη, ήθελα να του δώσω σφαλιάρα, μπουνιά ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν τον άντεχα. Τέρμα!


Γρύλισα. Δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι. Θα έβλεπε πόσο σκύλα και κακιά μπορούσα να γίνω. Πόσο αδιάφορη. Και στο κάτω κάτω, τι με ενδιέφερε τι θα έκανε; Εγώ ήθελα τον Ντέιμον. Με τον Ντέιμον ήμουν ερωτευμένη.


Πάνω απ’όλα όμως, ήθελα να σταματήσει να με κοιτάζει με εκείνο το παράξενο βλέμμα, λες κι εγώ ήμουν θαύμα της φύσεως. Να σταματήσει να με κοιτάζει πότε επίμονα και δειλά και πότε τρυφερά.


Κόντευα να τρελαθώ στην κυριολεξία. Θα έπρεπε να ονομάσω και να ξεχωρίσω τα συναισθήματά μου, δεν γινόταν αλλιώς. Πόθος, σίγουρα, γιατί μου έδινε σημασία ένας από τους ωραιότερους άντρες που είχα δει. Θυμός, διότι μου την έδινε το στυλ του και ο τρόπος που με κοίταζε. Έπρεπε να καταλάβει, πως όσο και να του θύμιζα κάποια από το παρελθόν του, δεν ήμουν εγώ εκείνη. Κι ένα καινούριο συναίσθημα γεννιόταν μέσα μου, το οποίο δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Ό,τι όμως και να ήταν, έπρεπε να το προσπεράσω.


Όλα αυτά σκεφτόμουν καθώς είχα καταφύγει για μια ακόμα φορά στις τουαλέτες. Γιατί έκανα πίσω σαν ένα μικρό κοριτσάκι; Αποφάσισα πως θα τον αντιμετώπιζα και θα το έπαιζα αδιάφορη και ψυχρή.


Είπα στην Άντζελα να ετοιμάσει δύο καφέδες και να τους φέρει στο γραφείο μου. Έπειτα, πρόσεξα πως ο Έντουαρντ δεν βρισκόταν στο δικό μου γραφείο, άρα υπέθεσα πως θα βρισκόταν στο γραφείο του Ντέιμον. Ελπίζω μόνο να μην είχε αναφέρει το προηγούμενο συμβάν στον Ντέιμον. Βέβαια, δεν τον συνέφερε καθόλου...


Δεν μπήκα καν στον κόπο να χτυπήσω την πόρτα και την άνοιξα κατευθείαν. Μέσα, ο Ντέιμον και ο Έντουαρντ συζητούσαν για τις λεπτομέρειες που έπρεπε να γνωρίζει ο νέος μου συνεργάτης.


‘Μπέλλα, ο Έντουαρντ μου είπε πως τον βοήθησες πολύ’, μου ανέφερε ο Ντέιμον μ’ένα προσποιητό χαμόγελο και ακούμπησε την πλάτη του πίσω στην καρέκλα του. Το ήξερα καλά αυτό το χαμόγελο.


‘Ναι; Ήταν χαρά μου που βοήθησα’. Κοίταξα προς τον Έντουαρντ μ’ένα σέξι χαμόγελο κι’ένα υπεροπτικό βλέμμα. Ναι, θα τον τυραννούσα πολύ.


Ο Ντέιμον σηκώθηκε όρθιος και βημάτισε ως τον Έντουαρντ. ‘Οπότε, Έντουαρντ, δεν μένει τίποτε άλλο από το να μας προσφέρεις τις υπηρεσίες σου’, είπε και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Εκείνη την στιγμή, αναρωτήθηκα σιωπηλά τι σόι καλύτεροι φίλοι ήταν αυτοί οι δύο.


Όλα ήταν τόσο ψεύτικα μεταξύ τους. Ακόμα και το χαμόγελο του Έντουαρντ προς τον Ντέιμον. Τα μάτια τους τα έλεγαν όλα.


‘Οι καφέδες είναι έτοιμοι, Έντουαρντ’. Με ακολούθησε ξανά έξω από το δωμάτιο κι εγώ γύρισα να κοιτάξω τον Ντέιμον. Διαμορφώνοντας τις λέξεις στα χείλη μου, χωρίς να χρησιμοποιώ την φωνή μου, του είπα: ‘Θα σε δω αργότερα’, μ’ένα βλέμμα πονηρό.


‘Μπέλλα’, ψιθύρισε ξαφνικά ο Έντουαρντ και γύρισα να τον κοιτάξω με αδιαφορία.


‘Ναι;’. Ανασήκωσα τα φρύδια μου.


‘Συγγνώμη για πριν. Απλά... Είμαι σε πολύ δύσκολη θέση’, προσπάθησε να μου εξηγήσει με μια πληγωμένη και γεμάτη τύψεις έκφραση. Το μέτωπό του ήταν ζαρωμένο και έχωσε τα χέρια του μέσα στις τσέπες του παντελονιού του.


Τότε πρόσεξα πραγματικά το ντύσιμό του. Τα κουμπιά του καρό πουκαμίσου του ήταν ανοιχτά και από μέσα φορούσε ένα γκρι μπλουζάκι που τόνιζε το γυμνασμένο στέρνο του. Το παντελόνι του ήταν τζιν και δεν μπορούσα να πω πως ήταν ακριβό. Απ’ότι φαινόταν, δεν νοιαζόταν καθόλου που ντυνόταν τόσο απλά και άνετα σ’έναν χώρο όπου όλοι φορούσαν καλά ρούχα.


‘Δεν μπορώ να καταλάβω τι πράγμα μπορεί να σε φέρει σε δύσκολη θέση’. Η φωνή μου ήταν αδιάφορη όπως και η έκφρασή μου. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η Άντζελα με τους καφέδες στα χέρια της. Τους άφησε πάνω στο γραφείο μου και έφυγε χωρίς να πει λέξη. Ούτε ένα ευχαριστώ δεν της είπα της κοπέλας, καθώς η προσοχή μου βρισκόταν στον άντρα δίπλα μου, που περίμενε την συνεργάτισσά μου να φύγει για να μιλήσει ανοιχτά.


‘Στα αλήθεια δεν ξέρεις τι μπορεί να με φέρει σε δύσκολη θέση;’, με ρώτησε με φωνή χαμηλή που έστελνε κατευθείαν μήνυμα στην καρδιά μου να σφυροκοπάει πιο γρήγορα.


Τον κοίταξα κατάματα. ‘Όχι, θα έπρεπε;’. Ανασήκωσα τους ώμους μου.


‘Μην κάνεις πως δεν ξέρεις, Ιζαμπέλλα’, με προειδοποίησε και η φωνή του έγινε πιο βαθιά. Έβγαλε τις παλάμες του από τις τσέπες του και τον είδα να τις σφίγγει.


‘Έχεις τρελαθεί τελείως, έτσι; Με ξέρεις με το ζόρι μία μέρα, με κοιτάς μ’ένα ανατριχιαστικό και αδιάκριτο βλέμμα και τώρα με ρωτάς εάν ξέρω τι είναι αυτό που σε φέρνει σε δύσκολη θέση;’, ξέσπασα, κοιτάζοντάς τον άγρια.


Δεν είπε τίποτα. Απλά έσκυψε το κεφάλι του και τσίμπησε με τον δείκτη και τον αντίχειρά το πάνω μέρος της μύτης του, κλείνοντας τα μάτια του. Έκανε σαν να ήθελε να συγκεντρωθεί. Ξεφύσησε.


‘Συγγνώμη. Δεν ξέρω πως να συμπεριφερθώ όταν είμαι κοντά σου’, απολογήθηκε.


‘Σου υπενθυμίζω πως με ξέρεις μόνο μία μέρα’.


Δεν απάντησε αλλά φαινόταν πως ήθελε κάτι να πει.


‘Εσύ με φέρνεις σε δύσκολη θέση’, ξεστόμισε κοιτάζοντάς με σαν πληγωμένο σκυλάκι. Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα να μου το πει αυτό.


‘Ορίστε;’. Τον κοίταξα σαν να είχε πει μόλις κάποιο αστείο.


‘Κάποια στιγμή, Ιζαμπέλλα, θα καταλάβεις πολλά πράγματα. Προς το παρόν, ας επικεντρωθούμε στην δουλειά μας’, πρότεινε και μου έκανε νόημα με το χέρι του να πλησιάσω τον υπολογιστή μου.


Ένιωθα σαν να είχα μείνει πίσω, σαν να μην ήξερα κάτι που με αφορά. Και τρελαινόμουν από την αγωνία και το να μην ξέρω. Πάντα ήθελα να έχω εγώ τον έλεγχο. Όμως γιατί είχα από πάνω μου δύο άντρες που τους άφηνα να μου τον παίρνουν μέσα από τα χέρια;


‘Μπέλλα, ξέχασα να σου πω. Το πρωί κάποιος άφησε αυτά τα λουλούδια πάνω στο γραφείο σου, όταν έλειπες. Τα μάζεψα και τα φύλαξα όταν συμμάζευα’, με πληροφόρησε η Άντζελα την στιγμή που ξαναμπήκε στο γραφείο μου μ’ένα μπουκέτο μαργαρίτες.


Χαμογέλασα. Αυτά ήταν από τον Ντέιμον, δεν το είχε ξεχάσει. Την ευχαρίστησα και τα κράτησα κοντά στο στήθος μου μυρίζοντάς τα. Θα άνοιγα μετά την κάρτα, όταν θα έμενα μόνη μου. Αγνοώντας τελείως τον Έντουαρντ που έπιανε με τα μάτια του την κάθε μου κίνηση, σηκώθηκα και έβαλα τα λουλούδια στο άδειο βάζο που βρισκόταν στην άκρη του γραφείου μου.


Τον κοίταξα φευγαλέα. Τα λουλούδια θα μπορούσαν να μαραθούν από το δολοφονικό του βλέμμα. Ξανά, ποιό ήταν το πρόβλημά του;


Όλη την υπόλοιπη ώρα ήμουν σκεπτική, εξετάζοντας την παραμικρή ενέργεια που θα έκανε. Ήταν περίπου δύο το μεσημέρι, όταν ο Ντέιμον ήρθε για να μας τσεκάρει. Πρότεινε στον Έντουαρντ να φύγει εάν το επιθυμούσε και να γυρίσει αύριο κανονικά προετοιμασμένος για να δουλέψει. Ο Ντέιμον ήθελε να τον ξεφορτωθεί, το ήξερα.


Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο Έντουαρντ δέχτηκε αμέσως. Τον αποχαιρέτησα, το ίδιο έκανε και ο Ντέιμον και έφυγε από τα γραφεία Σαλβατόρ.


Τότε, ο Ντέιμον με άρπαξε από την μέση και με τράβηξε προς το γραφείο του. Εγώ άφησα να μου ξεφύγει ένα γελάκι ευχαρίστησης. Έκλεισε την πόρτα γρήγορα και με κόλλησε πάνω σε αυτή με το σώμα του. Ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό μου και έκλεισε τα μάτια του. Τα χείλη του ήταν μισάνοιχτα και η αναπνοή του μύριζε αλκοόλ. Άγγιξα και την μύτη του με την δική μου.


‘Περίμενα πολύ καιρό γι’αυτό, Ιζαμπέλλα. Δεν πιστεύω να με κάνεις να περιμένω κι άλλο...’, είπε πνιχτά και με φωνή που καταλάβαινα πόσο με ήθελε.


Έφερα το κάτω μέρος του σώματός μου πιο κοντά στο δικό του και ένιωσα πραγματικά τι επίδραση είχα πάνω του. Άκουσα το πνιχτό βογγητό του. Το μυαλό μου είχε θολώσει. Μύριζα, ένιωθα, ήθελα τον Ντέιμον. Τώρα.


‘Σε έχω βασανίσει αρκετά, έτσι;’, άρχισα να παίζω με την υπομονή του. Τύλιξε σφιχτά τα χέρια του γύρω από την μέση μου και ένευσε καταφατικά. Ξεροκατάπιε.


‘Σε θέλω, Ιζαμπέλλα, όσο με θέλεις κι εσύ. Μην διανοηθείς να το αρνηθείς’. Τα χέρια του χαμήλωσαν και βρέθηκαν στους μηρούς μου. Τώρα τον αισθάνθηκα πιο έντονα. Προσπάθησα να αναπνεύσω και ένιωσα τις παλάμες του να σέρνονται κατά μήκος των μηρών μου και να μπαίνουν κάτω από το μπλουζοφόρεμά μου.


Τα χέρια μου, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκαν γύρω από τον λαιμό του και το πρόσωπό του μανιασμένα έπεσε στο ντεκολτέ μου. Σκόρπισε μερικά φιλιά εκεί και τα δάχτυλά του κινήθηκαν πιο πάνω από τους μηρούς μου, φτάνοντας το λάστιχο του κολάν μου. Με βοήθησε να το βγάλω και στάθηκα μπροστά του με γυμνά πόδια.


Ένιωσα τα δόντια του να ακουμπάν το ανοιχτό στέρνο μου και τα ακροδάχτυλά του άγγιξαν το σατέν εσώρουχό μου, χαρίζοντάς μου ένα τρέμουλο. Έτριψε το σημείο. Προσπάθησα να συγκρατήσω το βογγητό μου αλλά δεν μπόρεσα. Αναστέναξα και τα δάχτυλά μου χάθηκαν μέσα στα μαλλιά του. Έκλεισα τα μάτια μου για να νιώσω καλύτερα.


‘Ιδού και η απόδειξη, Ιζαμπέλλα’, τον άκουσα να ψιθυρίζει ανάμεσα στα φιλιά που σκόρπιζε στο στέρνο μου και στον λαιμό μου. Ένιωθα την ανάσα του στο ακάλυπτο δέρμα μου. Έκανε τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκώνονται. ‘Έχεις υγραθεί. Με θέλεις’.


Με μία απότομη κίνηση κατέβασε το εσώρουχό μου, αφήνοντας το κάτω μέρος του σώματός μου τελείως ανοιχτό για εκείνον. Έσκυψε λιγάκι, και έσυρε τα δάχτυλά του από τις γάμπες μου μέχρι τους γλουτούς μου. Έγλυψε με την άκρη της γλώσσας του μερικά σημεία των μηρών μου αλλά εγώ δεν άντεχα άλλο. Ήθελα να νιώσω με τα χείλη μου τα δικά του. Άρπαξα με τα δυο μου χέρια το πρόσωπό του και το έφερα προς τα μένα. Χωρίς να χάνω χρόνο, πέρασα την γλώσσα μου μέσα στο στόμα του, κι εκείνος ανταποκρίθηκε. Παλεύαμε και οι δύο για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι.


Έκλεισε μέσα στις παλάμες του το στήθος μου κι εγώ αναστέναξα μέσα στο στόμα του. Ύστερα, έφτασε το τελείωμα της μπλούζας μου και την πέταξε από το σώμα μου απότομα. Τα χέρια του βρέθηκαν στα πλευρά μου. Άνοιξε το κούμπωμα του σουτιέν μου και το έβγαλε και αυτό. Τώρα πια ήμουν ολόγυμνη μπροστά του.


‘Νομίζω πως έχεις πολλά ρούχα πάνω σου’, του μίλησα παιχνιδιάρικα και όρμησα να τον γδύσω. Έβγαλα γρήγορα το σακάκι του, ξεκούμπωσα τα κουμπιά του πουκαμίσου του και τέλος, κατέβασα το φερμουάρ του παντελονιού του. Το έβγαλε από τα πόδια του μαζί με το εσώρουχό του και το πέταξε κάπου δίπλα μας.


Έκανα ένα βήμα πίσω και κόλλησα την πλάτη μου στον τοίχο περιμένοντας την επόμενη κίνησή του. Το ύφος μου ήταν προκλητικό και πέρασα τα μάτια μου πάνω από το σώμα που μου είχε λείψει όλα αυτά τα χρόνια.


Αργά αργά, ήρθε κοντά μου. Με πήρε στην αγκαλιά του και με ξαναφίλησε με πάθος. Αισθάνθηκα την άκρη του ανδρισμού του να ακουμπάει την είσοδό μου. Καιγόμουν ολόκληρη. Σταμάτησε να με φιλάει και έχωσε το πρόσωπό του στην κοιλότητα του λαιμού μου, εισπνέοντας βαθιά. Από παλιά του άρεζε να μυρίζει το άρωμά μου.


‘Είσαι έτοιμη για μένα;’, ψιθύρισε χαϊδεύοντας με την μύτη του το σημείο πίσω από το αυτί μου. Ήταν μια τρυφερή κίνηση.


‘Ναι’, είπα ξέπνοη, αγκομαχώντας.


Και με μία βίαιη κίνηση, γλίστρησε ολόκληρος μέσα μου. Η ανάσα μου κόπηκε.


‘Θεέ μου’, τραύλισα. Τον συνήθισα για λίγο και ύστερα άρχισε να σπρώχνει με δύναμη μέσα μου.


Άφησα το κεφάλι μου να ακουμπήσει τον ώμο του. Βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του και ο ρυθμός του αυξήθηκε. Δεν θα κρατιόταν για πολύ ακόμα.


Ένιωθα ανάλαφρη. Όμως ακόμα και τώρα, στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, είχα την εικόνα του Έντουαρντ. Δεν το άντεχα αυτό. Είναι δυνατόν να κάνω έρωτα με τον άνθρωπο που αγαπούσα και να σκέφτομαι κάποιον σχεδόν άγνωστο; Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως θα μου συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ειδικά τώρα, που υποστήριζα ότι ο Ντέιμον μου είχε λείψει τόσο.


Καταραμένε, Έντουαρντ Κάλλεν!


Ήθελα να παραδοθώ τελείως στον Ντέιμον. Να ξεχάσω πως είχα γνωρίσει ποτέ τον Έντουαρντ και να χαρίσω στον αγαπημένο μου απόλαυση. Τράβηξα το κεφάλι μου προς τα πίσω και άφησα να μου ξεφύγει ένα δυνατό βογγητό. Έπρεπε να του δείξω πως τον ήθελα. Όχι, τον άλλον.


‘Μη σταματάς’, τον παρακάλεσα κλαψουρίζοντας.


‘Ποτέ’, μου υποσχέθηκε σφίγγοντας τα χέρια του γύρω από την μέση μου. Κούνησα τους γοφούς μου συναντώντας τον.


Οι κινήσεις του στα βάθη μου ήταν γρήγορες καθώς ρίγη διαπερνούσαν το κορμί μου. Και σε κάθε αναστεναγμό, σε κάθε μικρή κραυγή που έβγαινε από το στήθος μου, εμφανιζόταν μπροστά μου ο Έντουαρντ. Άλλοτε με το χαλαρό χαμόγελό του και άλλοτε με το περίεργο βλέμμα του.


Τελείωσε μέσα μου, προσπαθώντας να ανασάνει και άφησε το κεφάλι του πάνω στο στήθος μου, χαλαρώνοντας το κράτημά του γύρω μου και τους μύες του.


‘Μπέλλα’, ψέλλισε σαν να μην ήξερε τι άλλο να πει. Με έκλεισε στην αγκαλιά του και πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μπλεγμένα μαλλιά μου. Έκλεισα τα μάτια μου ενώ προσπάθησα να επαναφέρω τους χτύπους της καρδιάς μου στον κανονικό τους ρυθμό.


‘Ντέιμον... Σ’αγαπώ’, ψιθύρισα γεμάτη φόβο και απελπισία. Έπρεπε να το πω, να το εννοώ.


Τα μάτια του πλάτυναν και το σοκ ήταν ευδιάκριτο μέσα τους. ‘Τι;’


‘Δεν μπορούσα να το κρατάω άλλο μέσα μου’, του εξομολογήθηκα και σκέπασα τα μάτια μου με την παλάμη μου. Όμως γιατί δεν ένιωθα σίγουρη γι’αυτό που του έλεγα;


Δεν μίλησε. Τα μάτια του περιπλανήθηκαν στον χώρο που βρισκόμασταν για λίγες στιγμές, ψάχνοντας να βρει τι να πει. ‘Μπέλλα, γιατί μου το κάνεις αυτό;’, με ρώτησε με άγρια έκφραση.


‘Νόμιζα πως το ήξερες ήδη. Μετά από τόσο καιρό που ήμασταν μαζί πριν χωρίσουμε. Και τώρα ακόμα, στο έδειχνα’, εξηγήθηκα.


‘Δεν είναι δυνατόν να με αγαπάς!’, φώναξε.


‘Είναι.’. Τον κοίταξα υπομονετικά. Ίσως χρειαζόταν χρόνο για να το συνειδητοποιήσει. Εκείνος δεν ένιωθε το ίδιο; Άρχισα να πανικοβάλλομαι.


‘Μπέλλα, για μένα δεν είναι έτσι τα πράγματα’, παραδέχτηκε.


‘Μα... Μου είχες πει πως είμαι η γυναίκα της ζωής σου’, του υπενθύμισα καθώς η φωνή μου γινόταν όλο και πιο ψηλή.


‘Είσαι. Απλά, πρέπει να μου δώσεις λίγο χρόνο’, με παρακάλεσε και έφτιαξε με τα χέρια του τα ανάκατα μαλλιά του. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Αναστέναξε, απομακρύνθηκε από μένα και έσκυψε για να φτάσει τα ρούχα του που ήταν ριγμένα στο πάτωμα.


‘Ντύσου’, διέταξε γρήγορα κι εγώ υπάκουσα. Ένιωθα προδομένη. Αλλά γνωρίζοντας καλά τον χαρακτήρα του, αποφάσισα να το αφήσω ως έχει και να μην πω τίποτα παραπάνω. Θα έβλεπα στην πορεία πως θα εξελίσσονταν τα πράγματα.


Ντυθήκαμε και οι δύο και ο Ντέιμον άρπαξε ένα μπουκάλι ουίσκι από την συλλογή του γραφείου του. Γέμισε τέσσερα δάχτυλά σ’ένα ποτήρι και το ήπιε μονορούφι, κλείνοντας τα μάτια του από την ευχαρίστηση. Ήξερα από παλιά πόσο του άρεζε να πίνει.


‘Αύριο είμαστε καλεσμένοι σ’ένα τραπέζι από την αδερφή μου’, είπε ξαφνικά, χωρίς χρώμα στην φωνή του. Έκανε μια απλή δήλωση.


‘Ω. Ποιοι θα είναι;’, ρώτησα για να ανοίξω κουβέντα και να μην επαναληφθεί η προηγούμενη άβολη σιωπή.


‘Εμείς οι τρεις.’, μουρμούρισε καθώς ξαναγέμισε το ποτήρι του και συνέχισε. ‘Λοιπόν; Πως πέρασες με τον Έντουαρντ’, ρώτησε ψυχρά.


Ανασήκωσα το ένα μου φρύδι και τον κοίταξα επιβλητικά. ‘Λες και δεν ξέρεις’, ρουθούνισα.


‘Σου φέρθηκε καλά;’. Έγινε πιο σοβαρός απ’ότι πριν.


‘Ναι, θα μπορούσα να πω’, είπα σκεφτόμενη την στιγμή που μου είπε πως με ήθελε. Καθίκι!


‘Δεν σε πιστεύω’, ξεστόμισε αυτόματα.


Ξεφύσησα. ‘Ήταν πάλι παράξενος’.


Έγνεψε σαν να ήταν σίγουρος πως αυτό θα έλεγα.


‘Αλήθεια, τα πάτε καλά ως καλύτεροι φίλοι;’, αναρωτήθηκα περιμένοντας να πάρω μερικές απαντήσεις. Δεν γινόταν δύο καλοί φίλοι να συμπεριφέρονταν με τέτοιο τρόπο.


‘Ναι, απλά τελευταία, υπάρχουν κάποιες παρεξηγήσεις’. Το ύφος του ήταν συγκρατημένο. Προσπαθούσε να μου κρύψει τα συναισθήματά του.


‘Δεν φαίνεται να τα πάτε καλά’, προσπάθησα να τον κάνω να το παραδεχτεί.


‘Δεν φταίω εγώ γι’αυτό’, αμύνθηκε αμέσως, νευριάζοντας.


‘Τότε γιατί τον έφερες στην εταιρεία;’, τον προκάλεσα.


‘Γιατί η Έμιλυ μου το ζήτησε. Ξέρεις πως δεν μπορώ να της χαλάσω χατίρι. Πάντα βρίσκει τρόπο να με πείθει’, λύγισε απρόθυμα.


‘Τι σχέση έχει η Έμιλυ με τον Έντουαρντ;’, ρώτησα με προσποιητή περιέργεια. Ήξερά πολύ καλά πως η Έμιλυ ενδιαφερόταν για εκείνον. Και αυτό για κάποιον ανεξήγητο λόγο με ενοχλούσε.


Στριφογύρισε τα μάτια του ειρωνικά. ‘Από μικρή προσπαθεί να τον «κατακτήσει», υποθέτω. Και τον «προσέχει»’. Η φωνή του είχε έναν πειραχτικό τόνο. Αυτή του η δήλωση, έκανε την πραγματικότητα πιο αληθινή για μένα. Προσπάθησα να μην του δείξω την αλλαγή των συναισθημάτων μου.


‘Τέλος πάντων, να ξέρεις αύριο στις πέντε το απόγευμα θα περάσω να σε πάρω’. Η αλήθεια ήταν πως δεν είχα όρεξη να ξαναβγώ μετά το χθεσινό δείπνο.


*~*~*~*~*~*~*~*~*~*


‘Ρόζαλι, σιγά το πράγμα. Δεν είναι πως θα τον παντρευτώ κιόλας’.


Από παλιά η Ρόζαλι μισούσε τον Ντέιμον. Υποστήριζε πως μπορούσε να καταλάβει από την πρώτη ματιά εάν κάποιο άτομο ήταν άξιο εμπιστοσύνης ή όχι. Όταν είχα χωρίσει με τον Ντέιμον, η Ρόζαλι είχε γίνει έξαλλη με το που έμαθε τον λόγο. Μάλιστα, πήγε στο σπίτι του δημιουργώντας καυγά.


Μπορούσα να την καταλάβω ως ένα σημείο. Ήταν πολύ προστατευτική με τα άτομα που αγαπούσε και γινόταν άλλος άνθρωπος όταν κάποιος τα πλήγωνε. Κάποιος που θα την έβλεπε για πρώτη φορά θα μπορούσε να την αποκαλέσει σκύλα, με το υπεροπτικό και βλοσυρό ύφος της και την προειδοποιητική φωνή της. Όμως κατά βάθος, απλά προστάτευε τον εαυτό της και τους γύρω της. Αυτή όμως την φόρα, η Ρόζαλι δεν είχε καμία θέση στην σχέση μου με τον Ντέιμον.


Έβαλε τα χέρια της στα πλευρά της κοιτάζοντάς με μέσα από μισόκλειστα μάτια. ‘Είσαι τρελή; Αυτός ο άνθρωπος σε απάτησε και τώρα τον δέχεσαι πίσω σαν να μην συνέβη τίποτα;’, φώναξε εκνευρισμένη.


‘Τότε ήταν μπερδεμένο. Δεν ήμασταν ακριβώς μαζί. Τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα’, προσπάθησα να της εξηγήσω χωρίς να υψώσω τον τόνο της φωνής μου, γιατί εάν το έκανα, τα πράγματα θα γινόντουσαν πολύ χειρότερα ανάμεσά μας.


‘Κι επειδή δηλαδή δεν είχατε σχέση, σημαίνει πως μπορεί να πηγαίνει με δύο και τρεις ταυτόχρονα; Καταλαβαίνεις πως αυτός ο άνθρωπος δεν είναι τζέντλεμαν; Δεν σου αξίζει!’, τώρα τσίριξε.


‘Κι εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις πως τον αγαπάω;’, ξεφώνισα δυνατά. ‘Δεν είμαι μικρό παιδί για να μου λέτε όλοι σας τι πρέπει να κάνω και τι όχι’. Κοίταξα γύρω μου τον Έμετ, τον Τζάσπερ και την Άλις που μας παρακολουθούσαν τόση ώρα σιωπηλοί. Ο Έμετ είχε ήδη προσπαθήσει πριν να με πείσει να παρατήσω τον Ντέιμον, αλλά ο γλυκός του τόνος δεν άλλαξε τίποτα. Έτσι, η Ρόζαλι αποφάσισε να αναλάβει. Όμως έπρεπε να ξέρουν πως κανένας δεν θα με έπαιρνε μακριά από τον Ντέιμον, σε καμία περίπτωση.


Η Ρόζαλι έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να ελέγξει τα νεύρα της και σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της. Άνοιξε ξανά τα μάτια της και με κοίταξε πιο ήρεμα.


‘Εγώ ό,τι είχα να σου, Μπέλλα, στο είπα. Μην νομίζεις πως στα λέω όλα αυτά επειδή θέλω να σε ελέγξω ή κάτι τέτοιο. Είσαι η αδερφή του Έμετ και σ’αγαπάω σαν δική μου αδελφή. Γι’αυτό θέλω να σε βοηθήσω να καταλάβεις πως αυτό ο άντρας είναι ανώριμος και κάποια στιγμή θα σε πληγώσει’, δήλωσε και κάθισε στον καναπέ μου, δίπλα στον Έμετ.


‘Μπέλλα, τουλάχιστον να έχεις τα λόγια της Ρόζαλι στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου. Δεν είναι κακό’, με συμβούλεψε μαλακά ο Τζάσπερ. Πάντα ο ήρεμος και λογικός της παρέας.


‘Παιδιά, είπατε την γνώμη σας. Σεβαστή. Αλλά εγώ τον Ντέιμον τον αγαπάω και περνάω καλά μαζί του. Και πιστέψτε με, έχει αλλάξει’, τους είπα σταθερά.


‘Αγύριστο κεφάλι’, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Έμετ και αναστέναξε ηττημένος.


‘Αναρωτιέμαι από πού το πήρα το πείσμα, Έμετ’. Τον κοίταξα δεικτικά.


‘Μπέλλα, απλά θέλουμε το καλό σου’, είπε πληγωμένος. Ήξερα πόσο πολύ αδυναμία μου είχε και ότι και να μου συνέβαινε, πάντα μου παραστεκόταν.


‘Το καλό μου το ξέρω εγώ, καλύτερα από σας’, πείσμωσα και τελείωσα εκεί την κουβέντα.


 Το υπόλοιπο απόγευμα πέρασε πιο χαρούμενα και χαλαρά, με καμία αναφορά στον Ντέιμον. Αποφασίσαμε όλοι πως θα μέναμε στο διαμέρισμά μου, βλέποντας μια ταινία και δειπνώντας. Είχα σχεδόν ξεχάσει πως είναι να είμαι με τα αδέρφια μου και τους δύο καλύτερούς μου φίλους. Η ώρα κυλούσε γρήγορα με τα αστεία και τα πειράγματα του Έμετ, τις σπόντες της Ρόζαλι και την φλυαρία της Άλις. Εγώ και ο Τζάσπερ είμασταν οι δύο πιο ντροπαλοί και σιωπηλοί. Αλλά καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλον. Είχαμε μια είδους σιωπηλή συνομιλία κάθε φορά που τον έβλεπα.


Είχε φτάσει η ώρα να φύγουν κι εγώ ανυπομονούσα για την στιγμή που θα βρισκόμουν μόνη μου στο κρεβάτι μου για να σκεφτώ. Αποχαιρετιστήκαμε και μόλις έκλεισα την πόρτα πίσω μου, άρχισα να μαζεύω τα πιάτα και τα ποτήρια από το τραπέζι και να τακτοποιώ το σαλόνι μου.


Πτώμα από την κούραση όπως ήμουν, ούτε να πλύνω τα δόντια μου δεν άντεξα. Έβαλα γρήγορα όποια πιτζάμα βρήκα μπροστά μου και κουλουριάστηκα κάτω από το πάπλωμα. Αναστέναξα ευχαριστημένη, έκλεισα τα μάτια μου και σιγά σιγά, οι σκέψεις που είχα θάψει μέσα μου κατά την διάρκεια της ημέρας, ανέβηκαν στην επιφάνεια.


Το πρώτο θέμα που με απασχολούσε φυσικά, ήταν ο Έντουαρντ. Πρώτον, δεν θα τον άφηνα να έχει το πάνω χέρι. Εγώ κάνω κουμάντο. Δεύτερον, θα γινόμουν κακιά μαζί του. Και τρίτον, θα τον ξετρέλαινα. Δεν ήξερα γιατί, αλλά ήθελα να τον τρελάνω με την παρουσία μου. Δεν επρόκειτο όμως ποτέ να υποκύψω στην ομορφιά του. Απλά, δεν θα άφηνα τον εαυτό μου να τον θαυμάσω.


Ύστερα, ήταν ο Ντέιμον. Μετά από χρόνια ξανακάναμε έρωτα, κι εκείνος φέρθηκε πολύ τυπικά και ψυχρά. Σαν αυτό που κάναμε, να ήταν κάτι δεδομένο γι’αυτόν. Και ειδικά όταν του είπα πως τον αγαπάω, φαινόταν σαν να μην ήθελε να το ακούσει. Γιατί στο διάολο χρειαζόταν παραπάνω χρόνο για να με αγαπήσει;


Ούτε κι εσύ είσαι εντάξει, Μπέλλα, μου υπενθύμισε μια φωνή μέσα μου. Δεν τον αγαπάς πραγματικά.


Σ’αυτά τα τελευταία λόγια, άνοιξα απότομα τα μάτια μου κοιτάζοντας το ταβάνι έντρομη.


Τον αγαπάω!, φώναξα από μέσα μου, ξαναέκλεισα τα μάτια μου και άφησα τον ύπνο να με πάρει.





Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Dilemma - Κεφάλαιο 2ο

Στον έρωτα μη ζητάτε το “ναι” από τα χείλη των γυναικών, αλλά από τα μάτια τους. Οι γυναίκες θέλουν να τις μαντεύετε χωρίς αυτές να το ομολογούν. Ρομπέρ ντε Φλερ


Δίλλημα


Κεφάλαιο 2ο


'Απλή σύμπτωση'



Μπέλλα



Είναι δυνατόν να είμαι τόσο ηλίθια για να πέσω πάνω στο άτομο που προσπαθώ να αγνοήσω εδώ και περίπου μισή ώρα;  Πάντα ήξερα πως δεν είχα την τύχη με το μέρος μου, αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα έφτανα σε τέτοιο σημείο. Και το χειρότερο; Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά τα μπράτσα μου, προσπαθώντας να με σταθεροποιήσουν. Το άγγιγμά του μου προκαλούσε μια περίεργη αίσθηση γαλήνης και ασφάλειας. Με έκανε να ανατριχιάζω καθώς τα δυνατά του δάχτυλα ακουμπούσαν το γυμνό δέρμα των χεριών μου.


Η μυρωδιά του έφτανε σαν σύννεφο μπροστά στο πρόσωπό μου. Δεν ήταν κολόνια. Απλά η μοναδική προσωπική του μυρωδιά. Μύριζα και κάτι άλλο. Τσιγάρο; Κρασί; Όπως και να’χε, το άρωμά του θόλωνε τον νου μου.


Τα μάτια του, με κοιτούσαν με την ίδια ένταση όπως και πριν, μόνο που το σοκ είχε εξαφανιστεί. Με περιεργαζόταν από πάνω ως κάτω, όχι με πρόστυχο τρόπο, αλλά σαν να μην πίστευε πως βρισκόμουν δίπλα του. Και όταν κάρφωσε τα μάτια του μέσα στα δικά μου, είδα συναίσθημα εκεί. Όχι σαν να ήμουν μια απλή ξένη γι’αυτόν. Τι στο καλό γινόταν;


Και πάνω απ’όλα, γιατί ένιωθα έτσι; Γιατί η καρδιά μου και το σώμα μου δεν δούλευαν ταυτόχρονα με το μυαλό μου; Έπρεπε να εξαφανιστώ από μπροστά του, και μάλιστα γρήγορα. Όμως γιατί η καρδιά μου μού ψιθύριζε πως έπρεπε να μείνω για πάντα εδώ και γιατί το σώμα μου ανταποκρινόταν στο άγγιγμά του; Μόνο ο Ντέιμον δεν έκανε το σώμα μου να φλέγεται; Ναι, μόνο ο Ντέιμον, κανένας άλλος.


Έσκυψα το κεφάλι μου γεμάτη αμηχανία και έβαλα λίγη απόσταση ανάμεσά μας. Επιτέλους, τα χέρια του έπεσαν και συνοφρυώθηκε.


‘Σ’ευχαριστώ’, ψέλλισα με το κεφάλι μου ακόμα σκυμμένο.


‘Για ποιο πράγμα;’, ρώτησε χαμηλόφωνα, μπερδεμένος.


‘Π-Που με κράτησες, φυσικά’, τραύλισα και σήκωσα στιγμιαία το πρόσωπό μου για να τον κοιτάξω. Στα χείλη του είχε διαμορφωθεί ένα πολύ αδρό χαμόγελο. Και αμέσως μόλις αντιλήφθηκε πως τα μάτια μου ήταν εστιασμένα στο πρόσωπό του, σοβάρεψε ξανά.


‘Εμμ... Κανένα πρόβλημα’. Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού του γέρνοντας προς τα μπροστά. Τα χείλη του άνοιξαν ακόμα μια φορά για να πει κάτι, αλλά τα έκλεισε.


Δεν θα άντεχα για πολύ ακόμα αυτή την αμηχανία. ‘Καλύτερα να γυρίσω στο τραπέζι’, ψιθύρισα γρήγορα και τον προσπέρασα.


Ένα χέρι πάλι με άρπαξε από το ένα μου μπράτσο και με γύρισε. ‘Μπελίσια, περίμενε’. Η φωνή του έτρεμε και στα μάτια του υπήρχε φόβος. Μπελίσια;


‘Δεν με λένε Μπελίσια’, ξέσπασα με αγένεια, χωρίς να ξέρω τον λόγο. Γιατί στο διάολο με έλεγε Μπελίσια;


 Τα φρύδια του ενώθηκαν πάνω από την μύτη του.‘Συγγνώμη, Μπέλλα ήθελα να πω’, άφησε ελεύθερο το μπράτσο μου. Ήταν σαν να παραδινόταν, κατά κάποιον τρόπο. Τα χέρια του χώθηκαν ξανά στις τσέπες του. Από κείνη την στιγμή, φοβόταν να με κοιτάξει κατάματα.


‘Με συγχωρείς’. Έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα από κοντά του για να επιστρέψω στον Ντέιμον. Ήθελα να είμαστε μόνοι μας, να ξεχάσω τα πάντα και να με κάνει δική του κυριολεκτικά. Είχα αναστατωθεί και δεν γνώριζα καν τον λόγο.


‘Δεν άργησα, έτσι;’, χαμογέλασα καθώς κάθισα στην καρέκλα μου.


‘Καθόλου, μωρό μου’, απάντησε ο Ντέιμον και τοποθέτησε την παλάμη του πάνω στον μηρό μου, χαϊδεύοντας απαλά το σημείο. Τώρα τον ήθελα ακόμα πιο πολύ.


Ήπια λίγο από το κρασί μου προσπαθώντας να χαλαρώσω. Ήμουν σίγουρη πως ο Ντέιμον υποψιαζόταν πως κάτι συνέβαινε με μένα. Το θέμα ήταν τι θα του έλεγα. Αποφάσισα πως θα του έδινα αυτό που ήθελε, την αλήθεια.


Συνέχισα την συζήτηση με την Έμιλυ και τις υπόλοιπες κοπέλες, μέχρι την στιγμή που ο Έντουαρντ κάθισε πάλι στο τραπέζι μας. Το βλέμμα του δεν ξεκολλούσε από πάνω μου, όπως και πριν. Αυτό όμως το πρόσεξε αυτή την φορά και ο Ντέιμον, που έβαλε κτητικά το χέρι του πίσω από την πλάτη της καρέκλας μου. Οι δύο τους αντάλλαξαν μερικές προειδοποιητικές ματιές και ύστερα ο Ντέιμον συνέχισε να παίζει τον ρόλο του. Εγώ ένιωθα ξανά πως πνιγόμουν. Τα μάγουλά μου είχαν πάρει φωτιά και ιδρώτας κατρακυλούσε στην σπονδυλική μου στήλη. Αυτό το βλέμμα, γαμώτο...


Ξαφνικά, άκουσα ένα μουσικό κομμάτι. Λίγα μέτρια πιο πέρα, είχε στηθεί μια μικρή ορχήστρα με πιάνο, τσέλο, βιολιά και ακορντεόν. Έπαιζαν ένα τάνγκο.







Τότε, από δίπλα μου ο Ντέιμον σηκώθηκε όρθιος και μου έτεινε το χέρι του, με την παλάμη του ανοιχτή προς τα πάνω. Ήθελε να χορέψουμε.


‘Είσαι σοβαρός;’, του ψιθύρισα σοκαρισμένη. Όσο και να είχα αλλάξει, σίγουρα η αδεξιότητά μου είχε παραμείνει ίδια. Μπορούσα να χορέψω κάτι ελεύθερο, αλλά τάνγκο; Είχε κάποια συγκεκριμένα βήματα και σίγουρα αυτό ήταν υπερβολικό για μένα.


‘Απολύτως σοβαρός’, είπε προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελό του. Η παλάμη του ήταν ακόμα ανοιχτή για μένα.


Τρέμοντας, έβαλα το χέρι μου πάνω στο δικό του και στάθηκα όρθια απέναντί του. Μου έκλεισε το μάτι και με οδήγησε μπροστά στην ορχήστρα, όπου εκείνος ο χώρος ήταν άδειος από τραπέζια. Φευγαλέα, τα μάτια μου έτρεξαν προς το μέρος του Έντουαρντ που μας κοιτούσε λες και ήθελε να με αρπάξει και να φύγουμε. Τα μάτια του άνοιγαν τρύπες στην πλάτη του Ντέιμον. Για ποιον γαμημένο λόγο όμως;


Συγκεντρώθηκα στον Ντέιμον, μην παίρνοντας τα μάτια μου από τα δικά του. Έφερε το δεξί του χέρι στην μέση μου και με το αριστερό του, έπιασε το δικό μου δεξί. Το άλλο ελεύθερο χέρι μου ακούμπησε απαλά τον ώμο του. Πήρα μια βαθιά ανάσα και αμέσως ο Ντέιμον άρχισε να κουνάει τα σώματά μας. Χόρευε εξαιρετικά καλά και το στήσιμο του σώματός του ήταν πολύ σωστό. Ίσιος κορμός και κοφτές κινήσεις. Προσπάθησα να τον αντιγράψω. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, άρχισα να μπαίνω στο κλίμα και τα βήματα μου έβγαιναν με το ένστικτο.  Έπρεπε να το παραδεχτώ, το διασκέδαζα.


Ο Ντέιμον σιγά σιγά άρχισε να χορεύει με όλο και πιο πολλή χάρη, με όλο και πιο πολλά κόλπα των ποδιών. Που τα ήξερε όλα αυτά; Είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό. Με καθοδηγούσε άψογα ενώ μερικές στροφές και τινάγματα δεν έλλειπαν. Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα να ακουμπάω με την πλάτη μου το στέρνο του. Τα χέρια του σύρθηκαν από τα πλευρά μου ως την χαμηλή μου μέση. Έκλεισα τα μάτια μου, απολαμβάνοντας την αίσθηση των χεριών του που κυρίευαν το κορμί μου και έβαλα τα χέρια μου πάνω στα δικά του, θέλοντας να τα συγκρατήσω εκεί.


Δεν έδινα καμία σημασία στον κόσμο γύρω μας. Ήθελα στο μυαλό μου να υπάρχει μόνο ο Ντέιμον. Η μουσική με είχε μαγέψει, κάνοντας το κορμί μου να υπακούει σε αυτή. Ένιωθα σκλαβωμένη και απελευθερωμένη ταυτόχρονα. Στο τέλος του κομματιού, τίναξα το κεφάλι μου προς τα πίσω, σαν να δημιουργούσα μια γέφυρα με το σώμα μου κι εκείνος έφερε το δικό του σώμα από πάνω μου, αναπνέοντας γρήγορα. Γέλασα μέσα από τα δόντια μου και σηκώθηκα στο ύψος μου.


Ο κόσμος χειροκρότησε ενώ εμείς γελούσαμε. Δεν μπορούσα να μην κοιτάξω προς το τραπέζι μας. Η Έμιλυ χειροκροτούσε ενθουσιασμένη μαζί με την Βικτόρια και τους υπόλοιπους. Ο Έντουαρντ χτύπησε τα χέρια του μόνο δύο φορές και άδειασε γρήγορα το ποτήρι με το κρασί του. Ήταν πολύ εκνευρισμένος. Ο καθένας θα μπορούσε να το καταλάβει.


Καθώς συνέχιζαν τα χειροκροτήματα και οι φωνές, η Έμιλυ σηκώθηκε από την θέση της και στάθηκε πάνω από το κεφάλι του Έντουαρντ. Με ναζιάρικες κινήσεις, τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και ψιθύρισε κάτι στο αυτί του. Ο Έντουαρντ έδειχνε να ήθελε να αποτραβηχτεί μακριά της, αλλά παρέμεινε στην θέση του. Εκείνη τότε άφησε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλό του και ξαναγύρισε στην θέση της. Τα μάτια του Έντουαρντ είχαν παραμείνει προς το μέρος μας όλη την ώρα. Ήθελα να κάνω εμετό.


‘Ήσουν καταπληκτική’, ψιθύρισε στο αυτί μου ο Ντέιμον και με φίλησε στο στόμα.  Τότε τα χειροκροτήματα έγιναν πιο δυνατά και ακούστηκαν σφυρίγματα και σχόλια γεμάτα υπονοούμενο.


Βηματίσαμε ξανά μέχρι το τραπέζι. Τα μάτια του Έντουαρντ κοιτούσαν βλοσυρά προς τον Ντέιμον. Και όταν έπεσαν πάνω μου, η προσμονή και η μελαγχολία ήταν ευδιάκριτη μέσα τους. Η λύπη όμως ήταν το κύριο συναίσθημα που πρόδιδαν τα μάτια του.


‘Είστε ένα τόσο ταιριαστό ζευγάρι!’, μας είπε η Έμιλυ. ‘Δεν συμφωνείς Έντουαρντ;’, απευθύνθηκε ύστερα σ’εκείνον μ’ένα γλυκό χαμόγελο και μια αυτάρεσκη έκφραση.


Τα μάτια του Έντουαρντ σκοτείνιασαν ακόμα πιο πολύ. ‘Βέβαια’, αποκρίθηκε εκείνος ξερά και με αγένεια.


Η βραδιά συνεχίστηκε με γέλια, διάφορες συζητήσεις, καλό φαγητό και μπόλικο κόκκινο κρασί. Ο Έντουαρντ εξακολούθησε να είναι απόμακρος και αγενής χωρίς λόγο. Κάτι συνέβαινε με αυτό τον μυστήριο άντρα, και θα το μάθαινα αργά ή γρήγορα.


Θα καταλάβω τι κρύβεις Έντουαρντ Κάλλεν. Μπορώ να στο υποσχεθώ αυτό, συλλογίστηκα από μέσα μου και χαμογέλασα πονηρά, για πρώτη φορά προς το μέρος του Έντουαρντ.





*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*


‘Λοιπόν; Πως σου φάνηκαν οι φίλοι μου;’. Ο Ντέιμον έπιασε με το ελέυθερό του χέρι το δικό μου και με το άλλο οδηγούσε.


‘Ήταν όλοι... Πολύ καλοί και ευγενικοί μαζί μου. Και χάρηκα που ξαναείδα την Έμιλυ μετά από τόσο καιρό’.


‘Ναι, η αλήθεια είναι πως και αυτή χάρηκε που σε είδε’, με πληροφόρησε ο Ντέιμον κάνοντας κύκλους με τον αντίχειρά του στο χέρι μου.


‘Μόνο που...’, σταμάτησα να μιλάω γιατί δεν ήξερα εάν θα έπρεπε να φέρω στην επιφάνεια το θέμα ονόματι Έντουαρντ Κάλλεν.


‘Μόνο που;’, με παρότρυνε ο Ντέιμον.


‘Να... Ο Έντουαρντ Κάλλεν φάνηκε σαν να έχει κάτι μαζί μου’, του εξήγησα διστακτικά.


Τα μάτια του στένεψαν. ‘Δηλαδή;’, ρώτησε, ξαφνικά με πολύ χαμηλή φωνή, αν και ήμουν σίγουρη πως καταλάβαινε ακριβώς τι ήθελα να πω.


‘Πραγματικά, δεν ξέρω... Με κοιτούσε παράξενα, επίμονα. Και όταν τον συνάντησα στην τουαλέτα-’, πήγα να πω αλλά ο Ντέιμον με διέκοψε.


‘Τον συνάντησες στην τουαλέτα;’. Φαινόταν εξοργισμένος. Δεν είχα ξαναδεί τον Ντέιμον έτσι. Το χέρι του κρατούσε το δικό μου με τόση δύναμη που άρχισα να πονάω. Τα μάτια του, δύο μικρές σχισμές που θα νόμιζε κανείς πως θα σκότωναν κάποιον που θα τον κοίταζε.


‘Ναι’, τραύλισα. ‘Βασικά όχι στην τουαλέτα. Έξω από την τουαλέτα, την ώρα που ερχόμουν σε σας’, διόρθωσα.


‘Και τι σου είπε;’, απαίτησε με σταθερή αλλά παγωμένη φωνή.


‘Δεν μου είπε τίποτα συγκεκριμένο. Απλά, έπεσα πάνω του καταλάθος - ξέρεις πως είμαι όταν το μυαλό μου πετάει στα σύννεφα - και εκείνος με κράτησε’, είδα τους μύες στον λαιμό του να τεντώνονται, ‘Και μετά... Με φώναξε με το όνομα Μπελίσια’. Δάγκωσα τα χείλη μου, περιμένοντας την αντίδρασή του.


‘Το ήξερα πως θα έκανε βλακεία’, τον άκουσα τα ψιθυρίζει. Ίσα ίσα που μπόρεσα να πιάσω τι έλεγε. Άφησε το χέρι μου κι έπιασε με ατσάλινο κράτημα το τιμόνι, καθώς κοιτούσε σαν να ήθελε να δώσει μπουνιά σε κάτι, έξω από το παράθυρο.


‘Με μπέρδεψε μήπως με κάποια;’, τον ρώτησα μπερδεμένη. Έπρεπε οπωσδήποτε να πάρω πια ικανοποιητική απάντηση. Αλλιώς αυτό το θέμα θα με έτρωγε από το πρωί ως το βράδυ.


Έκανε έναν μορφασμό και τα φρύδια του έσμιξαν σαν να πάσχιζε να βρει μια καλή απάντηση. ‘Δεν είναι έτσι ακριβώς’.


‘Τότε; Πως είναι;’, τον ειρωνεύτηκα.


Ξεφύσησε. ‘Του θυμίζεις μια γυναίκα από το παρελθόν του’, αποφάσισε να μου πει.


Πριν καλά καλά το σκεφτώ, ξεστόμισα: ‘Ποια;’.


Κούνησε δεξιά και αριστερά το κεφάλι του αφότου πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του - μια κίνηση, που παρατήρησα αρκετές φορές να την κάνει και ο Έντουαρντ. ‘Κοίτα, ο Έντουαρντ Κάλλεν είναι ο καλύτερός μου φίλος. Τον γνωρίζω από μικρό παιδί και δεν μπορώ να τον προδώσω. Αυτή είναι δική του ιστορία’. Ήταν λες και μιλούσα σε έναν διαφορετικό Ντέιμον. Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να αλλάξει τόσο πολύ; Ο Ντέιμον που γνώριζα στην αρχή, δεν θα νοιαζόταν καθόλου για το εάν θα αποκάλυπτε ένα μυστικό, ακόμα κι αν αυτό ήταν του καλύτερού του φίλου.


‘Δεν μου τον έχεις αναφέρει ποτέ’, παρατήρησα.


‘Τον είχα γνωρίσει πίσω στην Ιταλία. Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια είχε κλειστεί στον εαυτό του’.


‘Α’.


Το πρόσωπό του όμως, από κει που δεν το περίμενα, φωτίστηκε από ένα χαμόγελο. ‘Μην ανησυχείς όμως, αγάπη μου. Εσύ δεν έχεις καμία σχέση με αυτή την γυναίκα’, με βεβαίωσε και ύστερα πρόσθεσε ψιθυρίζοντας: ‘Τουλάχιστον αυτό θα τον κάνω να πιστέψει. Δεν πρόκειται να σε πάρει από μένα’.


Ένιωσα μια ανατριχίλα όταν άκουσα τα τελευταία του λόγια αλλά σώπασα. Το μυαλό μου όλο στοίχειωνε η εικόνα του Έντουαρντ και πραγματικά κόντευα να τρελαθώ. Έβλεπα μπροστά μου τις πράσινες ίριδές του, το πρόσωπό του, τα πάντα. Έκλεισα τα μάτια μου και έτριψα τους κροτάφους μου, προσπαθώντας κάπως να σταματήσω τις συνεχείς εικόνες που ερχόντουσαν στο μυαλό μου.


Φτάσαμε στο διαμέρισμά μου.


‘Καληνύχτα, μωρό μου’. Έσκυψε και με φίλησε. Αλλά εγώ είχα άλλες διαθέσεις. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του και κράτησα το πρόσωπό του κολλημένο στο δικό μου. Δεν ήξερα γιατί, αλλά ήθελα να ξεχάσω τα πάντα εκείνη τη στιγμή, εκτός από τον Ντέιμον.

Απαλλαγμένη από κάθε σωστή και λογική σκέψη, έχωσα την γλώσσα μου μέσα στο στόμα του και τον φίλησα με πάθος. Ένιωσα τα χέρια του πάνω στα στήθη μου, στον λαιμό μου, καθώς εκείνος ανταποκρινόταν στο κάλεσμά μου. Οι ανάσες μας, συγχρονισμένες αλλά παράλληλα ακανόνιστες. Πάνω όμως που τα ξέχασα όλα, μ’ένα κλικ του μυαλού μου, όλα επανήλθαν. Το πρόσωπο του Έντουαρντ επέστρεψε στην μνήμη μου και έχασα την αίσθηση του χρόνου, του τόπου και του τι έκανα.


Απομακρύνθηκα από τον Ντέιμον όσο πιο ήρεμα μπορούσα για να μην καταλάβει πως κάτι πήγαινε στραβά με μένα.


‘Συμβαίνει κάτι;’, ρώτησε χαμηλόφωνα με ανήσυχη φωνή. Χάιδεψε το μάγουλό μου.


‘Όχι. Απλά είμαι κουρασμένη και ήπια και λίγο παραπάνω’, δικαιολογήθηκα την ώρα που έγειρα το κεφάλι μου προς το χέρι του.


‘Σίγουρα δεν θέλεις να συνεχίσουμε;’. Έβρισκα στα μάτια του την επιθυμία να προχωρήσουμε.



‘Καλύτερα, όχι σήμερα’, του απάντησα μ’ένα ήρεμο χαμόγελο.


Η απογοήτευση ήταν έκδηλη στο πρόσωπό του αλλά έκανε πίσω. ‘Εντάξει’.


‘Δεν θέλω να πιστεύεις πως δεν σε θέλω, ή τίποτα τέτοιο’, έσπευσα να δικαιολογηθώ ξανά.


‘Όχι, δεν πέρασε ούτε για μια στιγμή αυτό από το μυαλό μου. Απλά, μέσα σε λίγες ώρες, φαίνεσαι αλλαγμένη’. Περιεργάστηκε το πρόσωπό μου.


‘Είμαι κουρασμένη, απλώς’.


‘Εντάξει. Το δέχομαι. Ελπίζω να είσαι καλύτερα αύριο στην δουλειά’.


Βγήκα από το αμάξι αφότου τον καληνύχτισα μ’ένα ακόμα φιλί και έτρεξα προς την είσοδο. Στην συνηθισμένη του θέση, βρισκόταν ο Φρανκ αποκοιμισμένος κι ένα σιγανό ροχαλητό ξέφευγε από τα μισάνοιχτα χείλη του. Χαχάνισα και πήρα το ασανσέρ.


Μόλις άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματός μου, αντίκρισα μπροστά μου την αδελφή μου. Η Άλις λογικά θα είχε χρησιμοποιήσει το αντικλείδι για να μπει στο σπίτι. Ακόμα και μέσα στον χαμηλό φωτισμό, φαινόταν έξω φρενών. Μόλις με αντίκρισε, τα μάτια της γυάλισαν και δίπλωσε τα χέρια της στα πλευρά της, κοιτάζοντάς με σιωπηλή. Αλλά το βλέμμα της τα έλεγε όλα.


‘Γεια’, είπα χαλαρά.


Τα μάτια της μίκρυναν. ‘Αυτό είναι το μόνο που έχεις να πεις;’, ρώτησε πνιχτά. Σίγουρα δεν καταλάβαινα για τι πράγμα μιλούσε.


‘Ναι.’, της απάντησα σαν να μην συνέβαινε τίποτα ανασηκώνοντας τους ώμους μου.


Με πλησίασε με αργά και σταθερά βήματα. ‘Από το πρωί σε καλώ στο τηλέφωνό σου και δεν απαντούσες. Άφησα μήνυμα στον τηλεφωνητή σου, αλλά και πάλι δεν έλαβα κανένα τηλεφώνημα. Και όταν ήρθα στο σπίτι σου, δεν ήσουν εδώ. Σε περίμενα μέχρι τις δυόμιση τα ξημερώματα. Πες μου λίγο τι να υποθέσω’, μου φώναξε. Είχα μείνει να την κοιτάζω σαν χάνος.


‘Συγγνώμη, αλλά από πότε πρέπει να ζητάω την γνώμη σου για το τι θα κάνω;’.


‘Δεν είπα κάτι τέτοιο. Αλλά αδερφή σου είμαι και ανησύχησα!’.


‘Συγγνώμη. Δεν άκουσα κανένα τηλέφωνο και δεν έλεγξα εάν είχα κάποιο μήνυμα στον τηλεφωνητή μου. Ήμουν... Απασχολημένη’.


‘Απασχολημένη’. Δεν ήταν ερώτηση.


Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.


‘Μπορώ να μάθω τι έκανες;’, σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της.


Ρουθούνισα. ‘Νόμιζα πως εγώ ήμουν η μεγάλη σου αδελφή. Όχι το αντίθετο’, αστειεύτηκα αλλά η έκφρασή της με έκανε να σοβαρέψω ξανά. ‘Βγήκα με τον Ντέιμον’.


Δεν χαμογέλασε. ‘Χμμ... Έτσι εξηγείται η ξαφνική εξαφάνιση τελευταία.’


‘Άλις, είμαι κουρασμένη, δεν βλέπω που πατάω και που βαδίζω’, είπα παραπονιάρικα και πήγα στο δωμάτιό μου για να αλλάξω.


‘Ξέρεις την γνώμη μου γι'αυτόν τον άντρα. Και σε προειδοποίησα’, μουρμούρισε απολύτως σοβαρά την ώρα που έβγαζα το φόρεμά μου.


Αναστέναξα βαριά. ‘Ξέρω. Αλλά είμαι ελεύθερη να κάνω τις δικές μου επιλογές, Άλις’, της θύμισα.


‘Εντάξει. Δεν θα επαναλαμβάνομαι.’, άρχισε να βάζει το μπουφάν της. ‘Σ’αγαπώ, Μπέλλα. Καληνύχτα’. Και έτσι, εξαφανίστηκε γρήγορα από το σπίτι. Ούτε καν ένα σ’αγαπώ δεν μπορούσα να της πω. Στην ίδια μου την αδερφή. Τι μου συνέβαινε;


Έβαλα γρήγορα την νυχτικιά μου και μπήκα κατευθείαν κάτω από το πάπλωμά μου. Σε λίγα δευτερόλεπτα, είχα ήδη κοιμηθεί.



*~*~*~*~*~*~*~*~*~*


Το σημερινό πρωινό ξύπνημα ήταν σκέτη κόλαση. Το μόνο που ήθελα ήταν να βουλιάξω πιο βαθιά στο κρεβάτι μου και να ξυπνήσω το μεσημέρι. Ευτυχώς είχα ρυθμίσει το ξυπνητήρι μου να χτυπάει όλες τις καθημερινές, αλλιώς σίγουρα δεν θα έφτανα στην δουλειά στην ώρα μου. Έβαλα ένα μαύρο κολάν με ένα μπεζ-γκρι μπλουζοφόρεμα, μία ζώνη και μπότες κοντές στιλέτο.




Ήπια γρήγορα τον καφέ μου, έφαγα κι ένα μάφιν και σφαίρα, έφυγα με το αυτοκίνητο για την δουλειά. Όταν έφτασα στα γραφεία, η Άντζελα με ειδοποίησε πως ο Ντέιμον με χρειαζόταν αμέσως. Καθώς πλησίαζα όλο και πιο πολύ στο γραφείο του, άκουγα ομιλίες από μέσα. Μιλούσε ο Ντέιμον με έναν ακόμα άντρα που η φωνή του μου φαινόταν γνωστή. Χτύπησα δειλά την πόρτα και φώναξε «περάστε». Την άνοιξα και αμέσως κοκάλωσα. Στάθηκα ακίνητη στην θέση μου, με διάπλατα μάτια και το στόμα μου μισάνοιχτο από το σοκ. Ο άντρας δίπλα στον Ντέιμον ήταν ο Έντουαρντ. Τι στο διάολο γύρευε εδώ;


‘Συγγνώμη. Δεν ήθελα να ενοχλήσω. Απλά η Άντζελα με ενημέρωσε πως με ζήτησες, Ντέιμον’, απολογήθηκα κοιτάζοντας μόνο τον Ντέιμον. Δεν μπορούσα να συναντήσω την ματιά του Έντουαρντ.


‘Μα τι λες; Δεν ενοχλείς, Μπέλλα. Σε φώναξα γιατί έχω να σου ανακοινώσω κάτι σημαντικό’, είπε τυπικά ο Ντέιμον. ‘Κάθισε μαζί μας’.


‘Είμαι όλη αυτιά’. Κάθισα στον καναπέ του. Δίπλα μου, σε απόσταση αναπνοής, καθόταν ο Έντουαρντ, όμως δεν του έδωσα καθόλου σημασία.


‘Λοιπόν, όπως σου ανέφερα και χθες, Μπέλλα, ο Έντουαρντ είναι ο καλύτερός μου φίλος. Είχαμε συνεργαστεί αρκετές φορές στο παρελθόν, μιας και είναι ένας πολύ καλός δικηγόρος. Σήμερα ήρθε στα γραφεία μας, διότι έχει ανάγκη από δουλειά, κι εγώ σκοπεύω να του την προσφέρω’, με πληροφόρησε. Για μια ακόμα φορά, έμεινα κόκαλο. Ορίστε;


Για έναν ανεξήγητο λόγο, η φωνή του Ντέιμον δεν έδειχνε ενθουσιασμό που θα υποδεχόταν τον καλύτερό του φίλο στον χώρο εργασίας του. Ήταν σαν να υποχρεωνόταν να το κάνει.


Χωρίς να το καταλάβω, γύρισα και κοίταξα προς το μέρος του Έντουαρντ. Αυτό που είδα δεν το περίμενα. Με κοιτούσε πάλι επίμονα και αδιάκριτα, αλλά στα χείλη του είχε διαμορφωθεί ένα χαμόγελο ευχαρίστησης.


‘Εμμ... Τότε, καλωσήρθες, Έντουαρντ’, ψέλλισα με δυσκολία και του έδωσα το χέρι μου. Το κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα σαν να ζύγιζε της επιλογές του και το έπιασε με το δικό του. Τα μάτια μου βυθίστηκαν μέσα στα δικά του και ηλεκτρικό ρεύμα έρευσε μέσα στις φλέβες μου. Το χέρι μου φάνταζε μικροσκοπικό μπροστά στο δικό του. Είχε μακριά, ντελικάτα δάχτυλα λες και έπαιζε πιάνο για χρόνια.


Το πράσινο των ματιών του ξαφνικά έγινε πιο σκούρο και ρευστό. Τώρα πια έβρισκα μια τρυφερότητα μέσα τους. Εκδήλωσε το χαμόγελο του καλύτερα και κούνησε αναγνωριστικά το κεφάλι του.


‘Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, Ιζαμπέλλα’. Η φωνή του προς μεγάλη μου έκπληξη ήταν ήρεμη και ευγενική. Έσταζε μέλι. Γιατί όμως χρησιμοποίησε το βαπτιστικό μου όνομα;


‘Κι εγώ’, ψιθύρισα και απεγκλώβισα το χέρι μου.


‘Μπέλλα, ελπίζω να μην σε πειράζει που ο Έντουαρντ για κάποιον καιρό θα δουλεύει σε μερικές υποθέσεις μαζί σου’. Η φωνή του Ντέιμον ήταν τόσο τυπική που μου έσπαγε τα νεύρα. Όμως ήξερα πως στον χώρο που βρισκόμασταν και με συνεργάτες επιπλέον, δεν θα μπορούσε να μου συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο όπως όταν είμαστε μόνοι μας.


‘Όχι, κανένα πρόβλημα’, είπα αλλά αμφιβάλλω εάν τους έπεισα. Η αλήθεια ήταν πως είχα πρόβλημα, και μάλιστα μεγάλο.


‘Ώραία. Τώρα, Μπέλλα, θα σε παρακαλούσα να δείξεις στον Έντουαρντ τις υποθέσεις για τις οποίες δουλεύεις’, μου ανέθεσε και κάθισε στην δερμάτινη καρέκλα του εξετάζοντας κάτι χαρτιά. Κάτι πήγαινε στραβά μαζί του, το ένιωθα.


Βγήκα από το γραφείο του με τον Έντουαρντ από πίσω μου. Η πλάτη μου σχεδόν ακουμπούσε το στέρνο του. Ένιωθα παράξενα. Τον οδήγησα στον δικό μου χώρο και άνοιξα τον υπολογιστή μου. Η αμηχανία υπήρχε ανάμεσά μας και κανένας μας δεν έκανε την πρώτη κίνηση για να μιλήσει. Αναγκάστηκα όμως να ανοίξω το στόμα μου για να τον κατατοπίσω.


Όλη την ώρα του εξηγούσα τις υποθέσεις και το τι σκόπευα να κάνω με αυτές, αποφεύγοντας να τον κοιτάξω στα μάτια. Έσκυβε από πάνω μου και η αναπνοή του γαργαλούσε το μάγουλό του. Ήξερα πως εάν κουνιόμουν έστω κι ένα εκατοστό, θα ερχόμουν πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Θα ήμασταν τόσο κοντά και η ιδέα όσο με πείραζε, άλλο τόσο με εξίταρε. Τι στο διάολο;


Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στις υποθέσεις, αλλά πραγματικά ήταν τόσο δύσκολο. Το σώμα του ερχόταν όλο και πιο κοντά στο δικό μου. Ένιωθα την ζεστασιά που ακτινοβολούσε το κορμί του, τα μάτια του να με κοιτάζουν από πάνω ως κάτω με πόθο και τρυφερότητα μαζί. Κόπηκε η ανάσα μου. Έκλεισα τα μάτια μου. Συγκεντρώσου, Μπέλλα!


Πετάχτηκα από την καρέκλα μου, αναπνέοντας γρήγορα. Η καρδιά μου βροντοχτυπούσε και φώναζε για να βγει έξω από το στήθος μου. Έσκυψα το κεφάλι μου.


‘Καλύτερα... Ν-Να πάω να πω στην Άντζελα να φέρει δύο καφέδες’, τραύλισα. ‘Επιστρέφω’. Το έβαλα στα πόδια και κατευθύνθηκα προς το ασανσέρ. Αλλά εκείνος με έφτασε και με γύρισε με τα χέρια του, κρατώντας με από τους ώμους. Δισταχτικά, σήκωσα τα μάτια μου και τον κοίταξα. Φαινόταν... Πληγωμένος;


‘Γιατί με αποφεύγεις, Ιζαμπέλλα;’, απαίτησε άγρια αλλά ταυτόχρονα παρακλητικά. Πόνος στα μάτια του...


‘Ε-Εγώ... Δεν σε αποφεύγω’, είπα και έδειξα περισσότερο θάρρος. Σήκωσα το σαγόνι μου και τον κοίταξα ανασηκώνοντας το ένα μου φρύδι. Θα το έπαιζα σκύλα. Δεν ήξερα γιατί, αλλά ήθελα να γίνω κακιά μαζί του. Αποφάσισα πως τον μισούσα. Δεν θα τον άφηνα να με κάνει ό,τι θέλει, μόνο με την παρουσία του. Στο κάτω κάτω, μόνο μια συνεργασία είχαμε. Δεν ήταν πως θα έπρεπε να τον συμπαθώ κιόλας.


‘Λες ψέματα στον ίδιο σου τον εαυτό’, χαχάνισε. Ήταν η πρώτη φορά που άκουσα το γέλιο του και δυστυχώς μου άρεζε. Σκατά! Κατάλαβα πως τα λόγια του μπορούσαν να είχαν δύο όψεις.


‘Τι στο διάολο θέλεις από μένα;’, του φώναξα.


‘Εσένα’, ψιθύρισε με πειθώ. Πόθος φούντωσε μέσα μου.


‘Αι γαμήσου’, του πέταξα, ξέφυγα κάπως από το κράτημά του και έτρεξα μακριά.




Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Dillemma - Kεφάλαιο 1ο



Το να πάψεις να ζεις δεν είναι σπουδαίο. Το τραγικότερο είναι να πάψεις ν’ αγαπάς - Ε. Χάινε.


Δίλλημα


Κεφάλαιο 1ο


‘Συγχώρεση’


Μπέλλα




‘Ιζαμπέλλα, σε θέλω στο γραφείο μου σε 2 λεπτά’, διέταξε ο Ντέιμον - ή μήπως τώρα πια θα έπρεπε να τον φωνάζω κύριο Σαλβατόρ; - καθώς πέρασε από μπροστά μου. Μου έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα και χάθηκε μέσα στο γραφείο του, κλείνοντας την πόρτα πίσω του.


Εγώ δεν πήρα τα μάτια μου από τον υπολογιστή μου και την υπόθεση για την οποία δούλευα. Απλά, στριφογύρισα ειρωνικά τα μάτια μου γιατί, μάλλον, ήξερα τι θα ακολουθούσε. Και δεν είχα καμία όρεξη να τον ακούσω πάλι.


Κλείνοντας τον υπολογιστή και αποθηκεύοντας τα όσα είχα καταφέρει να σημειώσω, σηκώθηκα με αργές και γεμάτες βαρεμάρα κινήσεις και χτύπησα την πόρτα του. Δεν ακούστηκε φωνή από μέσα αλλά εγώ δεν είχα έρθει εδώ για να παίξω. Έτσι, άνοιξα με δύναμη την πόρτα κι εκνευρισμένη όπως ήμουν, παραπάτησα καταλάθος. Να πάρει!


Αμέσως, το γνωστό ανάλαφρο γέλιο του, ήχησε μέσα στο δωμάτιο. Έτριξα τα δόντια μου. Ήμουν έτοιμη να τον βρίσω, αλλά κρατήθηκα.


Ακόμα δεν είχε σταματήσει να γελάει. ‘Όπως πάντα, η ίδια Ιζαμπέλλα Σουάν. Αδέξια και ταυτόχρονα πολύ πεισματάρα για να παραδεχτεί πως δεν μπορεί να σταθεί όρθια, παρόλο που το πρόσωπό της κατακοκκίνισε’, είπε σαν να τον ψυχαγωγούσα.


‘Εάν δεν ήσουν το αφεντικό μου και εάν δεν ήμουν ακόμα καινούρια στην θέση της γραμματέα σου, κυριολεκτικά θα σε έβριζα’, μουρμούρισα με ένα προσποιητό χαμόγελο, φροντίζοντας να ακουστεί η απειλή στην φωνή μου.


Το ένα του φρύδι ανασηκώθηκε και τα καταγάλανα μάτια του με περιεργάστηκαν από πάνω ως κάτω. Ένιωσα τα πόδια μου να λυγίζουν και την καρδιά μου να χτυπάει πιο γρήγορα. Τα μάτια του έμειναν λίγο περισσότερο πάνω στο στήθος μου, γεγονός που με έκανε να κοκκινίσω πιο πολύ. Φορούσα μια μαύρη εφαρμοστή φούστα μέχρι λίγο πιο πάνω από το γόνατο, ένα άσπρο πουκάμισο με αρκετά βαθύ ντεκολτέ, καλτσόν στο χρώμα του δέρματος και τακούνια. Σίγουρα όχι η Μπέλλα που είχε συνηθίσει ο Ντέιμον όταν ακόμα ήμουν στο δεύτερο έτος του πανεπιστημίου.


‘Κάθισε’, έδειξε προς τον δερμάτινο καναπέ που βρισκόταν στην άλλη άκρη απ’όπου στεκόμουν. Αποφάσισα να μην φέρω αντίρρηση.


Κάθισα σταυροπόδι και περίμενα να μου πει ό,τι ήθελε. ‘Λοιπόν;’


Ήρθε και κάθισε ακριβώς δίπλα μου με το σώμα και το βλέμμα του στραμμένο προς εμένα. Με κοιτούσε ερευνητικά, κάπως επίμονα. Αλλά η δυναμική Μπέλλα είχε βγει στην επιφάνεια εδώ και καιρό και δεν σκόπευα να την κρύψω τώρα που την χρειαζόμουν πιο πολύ από ποτέ. Εκείνη τη στιγμή, με έκανα να φαίνομαι ανυπόμονη και αδιάφορη.


‘Τι λοιπόν; Δεν μπορώ να φωνάξω την αγαπημένη μου γραμματέα για να της μιλήσω;’, άρχισε να μου το παίζει αθώος. Αυτά όμως δεν έπιαναν σε μένα πια.


‘Τελειώνετε, κύριε Σαλβατόρ’, είπα αυστηρά.


‘Γιατί ξαφνικά ο πληθυντικός;’ Μου χαμογέλασε παιχνιδιάρικα και ένιωσα ξανά να λυγίζω.


‘Εάν δεν κάνω λάθος, είστε το αφεντικό μου και πρέπει να σας μιλάω με σεβασμό’, συνέχισα το θέατρο.


‘Το ήξερα πως θα άνοιγες μόνη σου την πόρτα’, ψιθύρισε αγνοώντας τα προηγούμενα λόγια μου. Η φωνή του πιο σοβαρή και πιο βραχνή. Μου θύμιζε την φωνή που χρησιμοποιούσε στις πιο προσωπικές μας στιγμές. Προσπέρασα την επιθυμία μου να κλείσω τα μάτια μου για να την ακούσω καλύτερα.


‘Δεν ξέρετε τίποτα πια για μένα’, του πέταξα προσπαθώντας να βάλω έναν προστατευτικό τοίχο μπροστά μου.


‘Ξέρω πολλά. Όπως επίσης ξέρω πως με αγαπάς ακόμα’.


Τώρα τα χέρια μου έτρεμαν από τα νεύρα μου. ‘Έχεις πολύ θράσος!’


‘Να είδες; Ήξερα πως αυτό που είπα πριν λίγο θα σε έκανε να μου ξαναμιλήσεις στον ενικό’, είπε ευχαριστημένος με τον εαυτό του. ‘Ξέρω υπερβολικά πολλά πράγματα για σένα, Ιζαμπέλλα’.


‘Το όνομά μου είναι Μπέλλα’, του επισήμανα.


‘Το Ιζαμπέλλα σε κάνει ξεχωριστή για μένα. Μόνο εγώ σε φωνάζω έτσι’. Ήθελα απεγνωσμένα να κλείσω τα μάτια μου. Γιατί το έκανε αυτό; Ήθελε να με πληγώσει για μια ακόμα φορά. Αποκλείεται όλα όσα έλεγε να ήταν αλήθεια. Κι αν τα πίστευα; Δεν ήθελα ούτε καν να το σκέφτομαι.


‘Εάν ήμουν ξεχωριστή για σένα, τότε δεν θα με άφηνες ποτέ’. Ο λαιμός μου καιγόταν και τα μάτια μου έτσουζαν. Προσπάθησα να πάρω μερικές βαθιές αναπνοές, αλλά ο κόμπος στον λαιμό μου με ενοχλούσε.


‘Ήμουν ακόμα νέος τότε και ανώριμος. Τώρα όμως μεγάλωσα και κατάλαβα ποια μου ταιριάζει πραγματικά’, ισχυρίστηκε. Ωραία δικαιολογία.


‘Άργησες κάπως’, ψιθύρισα άτονα.


Τα χέρια του ξαφνικά έφτασαν τα δικά μου. Τα κράτησε απαλά και κοίταξε μέσα στα μάτια μου. Και δυστυχώς για μένα, έβλεπα ειλικρίνεια μέσα στις γαλάζιες ίριδές του. Κι ένα καινούριο συναίσθημα. Δεν με είχε ξανακοιτάξει τόσο έντονα παλαιότερα. H αναπνοή μου σταμάτησε, όταν τα χέρια του έτρεξαν στα μπράτσα μου, ώσπου έφτασαν στο πρόσωπό μου. Έπιασε με τα ζεστά του δάχτυλα τα δυο μου μάγουλα και το σώμα του ήρθε πιο κοντά στο δικό μου. Παραδινόμουν, το ένιωθα. Έπεφτα ξανά στα δίχτυα του.


Χωρίς να το καταλάβω, τα χείλη του ήδη ακουμπούσαν τα δικά μου. Στην αρχή απαλά και μόλις κατάλαβε πως δεν είχα πρόβλημα, το φιλί έγινε πιο βαθύ. Το σώμα του βρέθηκε ξαφνικά σε απόσταση αναπνοής με το δικό μου. Πίεσε πιο πολύ τα μάγουλά μου, αφήνοντας την γλώσσα του να εξερευνήσει απότομα το στόμα μου. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω και τραβήχτηκα λίγο πιο πίσω. Όμως, τότε τα χέρια του βρέθηκαν βίαια στο στήθος μου. Και μου άρεζε, είχα πάρει φωτιά ολόκληρη.


Το χείλη του ήρθαν κοντά στο αυτί μου, ψιθυρίζοντάς μου: ‘Ποτέ δεν είναι αργά, Ιζαμπέλλα’, πρόφερε συρτά το όνομά μου.


Κατάπια σπασμωδικά και έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου, προσπαθώντας να επαναφέρω την καρδιά μου στον σωστό ρυθμό της. Εκείνος όμως έκανε την προσπάθειά μου δύσκολη, καθώς δεν σταμάτησε να πιέζει το στήθος μου πάνω από το λεπτό πουκάμισό μου. Γαμώτο... Στ’αλήθεια θα άφηνα έναν άντρα να με κάνει ό,τι θέλει; Δεν είχα ορκιστεί στον εαυτό μου πως από δω και πέρα θα έπαιζα εγώ με τους άντρες και όχι το αντίθετο; Όμως γιατί ο Ντέιμον έπρεπε πάντα να αποτελεί εξαίρεση;


Μόλις κατάλαβα το βάρος των πράξεών μας, τον έσπρωξα από κοντά μου και σηκώθηκα απευθείας. Ο Ντέιμον αιφνιδιάστηκε και με κοίταξε μπερδεμένος, με το στέρνο του να ανεβοκατεβαίνει από την γρήγορη αναπνοή του. Εγώ σταύρωσα, χωρίς να το καταλάβω, τα χέρια μου μπροστά στο στήθος μου, ίσως θέλοντας να του δείξω πως δεν θα ενέδιδα. Όμως το είχα κάνει ήδη, ακόμα κι αν προσπαθούσα να το καλύψω.


Αναστέναξε. ‘Να πάρει, Ιζαμπέλλα... Δεν καταλαβαίνεις πως έκανα λάθος; Πως ήμουν μεγάλος βλάκας; Πως σε θέλω;’, απαίτησε με δυνατή φωνή που με έκανε να ανατριχιάσω.


Εγώ προτίμησα να μην πω τίποτα. Άλλωστε, τι θα μπορούσα να ξεστομίσω; Από την μια μεριά, τον σιχαινόμουν γιατί με είχε πληγώσει όσο κανένας άλλος. Όμως από την άλλη, ήταν ο άντρας που ποθούσα. Ο άντρας που έκανε τα γόνατά μου να λυγίζουν και το κορμί μου να ανταποκρίνεται στο άγγιγμά του.


Αργά, σαν ένα σαρκοβόρο ζώο που θέλει να περικυκλώσει την λεία του, σηκώθηκε από τον καναπέ και στάθηκε απέναντί μου. Με περιεργάστηκε για μερικά δευτερόλεπτα.


‘Αυτό που θέλω από σένα είναι μια δεύτερη ευκαιρία’, μου αποκάλυψε, κάπως παρακλητικά αλλά μου φάνηκε σαν να είχε δεδομένη την θετική απάντησή μου. Πίστευε πως αμέσως θα γυρνούσα στην αγκαλιά του.


‘Εσύ δεν είχες πει κάποτε πως ψάχνεις για την γυναίκα της ζωής σου;’, του θύμισα.


‘Ναι, το είχα πει. Και απ’ότι φαίνεται, εσύ είσαι η γυναίκα που ψάχνω. Είμαι τελείως ηλίθιος’ γέλασε λυπημένος. ‘Τόσο καιρό ήσουν κάτω από την μύτη μου και δεν σε έβλεπα όπως κανονικά θα έπρεπε’.


Ήθελα πραγματικά να τον πιστέψω.


Έφερε ξανά το χέρι του στο μάγουλό μου. ‘Σε παρακαλώ’. Η φωνή του ήταν τόσο υπνωτιστική. Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη και για μια ακόμα φορά εκμεταλλεύτηκε την σιωπή μου. Έσκυψε και με φίλησε στο μέτωπο, έτσι όπως έκανε και παλιά όταν τον χρειαζόμουν. Αφέθηκα...


Και από εκείνη τη στιγμή, ήμουν ξανά δική του.


*~*~*~*~*~*~*~*~*~*


Τα πράγματα με μένα και τον Ντέιμον καλυτέρεψαν τις επόμενες ημέρες. Άφηνε κάθε πρωί στο γραφείο μου λουλούδια μ’ένα σημείωμα που κάθε φορά έγραφε και μια διαφορετική φράση από γνωστά βιβλία. Έξυπνες φράσεις που μερικές φορές ταίριαζαν γάντι στην κατάστασή μας.


Κατά την διάρκεια της ημέρας, ο Ντέιμον κι εγώ εκτός από το να δουλεύουμε, κλέβαμε και λίγο χρόνο για τον εαυτό μας. Το μεσημέρι, κάναμε ένα διάλειμμα για μεσημεριανό και με πήγαινε στα πιο ξεχωριστά και ακριβά εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Άλλες φορές στον τελευταίο όροφο ενός ουρανοξύστη και άλλες, σ’ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο ή σε κάποιον κεντρικό δρόμο. Μιλούσαμε για διάφορα πράγματα, όπως για το τι συνέβη στην ζωή μας τα τελευταία χρόνια, για τα καινούρια ενδιαφέροντά μας και για το τι σχεδιάζουμε να κάνουμε στο άμεσο μέλλον. Προς μεγάλη μου έκπληξη, κάθε φορά που μιλούσαμε για το μέλλον, ο Ντέιμον συμπεριλάμβανε στην μελλοντική του ζωή κι εμένα. Αυτό σίγουρα με χαροποιούσε πολύ.


Εκτός από όλα τα παραπάνω όμως, η σχέση μας έγινε ακόμα πιο στενή. Αγγίγματα, χάδια, φιλιά... Κάθε μέρα περνούσαμε τουλάχιστον μισή ώρα στο γραφείο του προσπαθώντας να κοντρολάρουμε το πάθος που είχαμε ο ένας για τον άλλον. Πολλοί συνεργάτες του Ντέιμον ήδη είχαν αρχίσει να υποψιάζονται πως κάτι έτρεχε μεταξύ μας. Αλλά δεν μας ένοιαζε καθόλου. Βέβαια, δεν είχαμε φτάσει ακόμα στο σημείο να κάνουμε σεξ, αλλά τα πράγματα όδευαν προς εκεί.


Ναι, ο Ντέιμον Σαλβατόρ είχε αλλάξει ολοκληρωτικά. Εκτός εάν ήμουν τυφλή ή ο Ντέιμον προσποιούνταν καλά. Αλλά συνέχεια, όταν τέτοιες σκέψεις σκλάβωναν το μυαλό μου κάνοντάς με να ανησυχώ, έλεγα στον εαυτό μου πως τον αδικούσα. Μερικές φορές, ιδίως τις φορές που βρισκόμουν με τον Ντέιμον, αναρωτιόμουν σιωπηλά εάν είχα κάνει λάθος που τον δέχτηκα πίσω στην ζωή μου τόσο γρήγορα και απλά, διαγράφοντας από την μνήμη μου τον πόνο που είχα νιώσει εξαιτίας του. Όμως δεν μπορούσα να ρισκάρω να τον χάσω για μια ακόμα φορά.


Είχα αργήσει περίπου είκοσι λεπτά για το γραφείο και οδηγούσα σαν τρελή στον δρόμο. Για καλή μου τύχη, ο Ντέιμον είχε αργήσει. Έτσι, είχα λίγο χρόνο για να ηρεμήσω και να τακτοποιηθώ. Δούλεψα πάνω στην καινούρια υπόθεση που είχα αναλάβει για περίπου μία ώρα, ώσπου ο Ντέιμον εμφανίστηκε μπροστά μου ξαφνικά, με καινούρια λουλούδια στα χέρια του και μ’ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη του. Με χαιρέτησε μ’ένα απαλό αλλά καυτό φιλί.


‘Σήμερα το βράδυ θα βγω με την αδερφή μου και κάτι γνωστούς μου. Θα μου έκανες την τιμή να με συνοδεύσεις;’, χρησιμοποίησε το αστραφτερό χαμόγελό του για να με πείσει. Και τα κατάφερε. Θυμόμουν πολύ καλά την αδερφή του Ντέιμον, την Έμιλυ. Είμασταν αρκετά καλές φίλες και ήθελε να είμαι ζευγάρι με τον αδερφό της. Θα ήταν ωραία να την ξαναέβλεπα μετά από τόσο καιρό.


‘Φυσικά’, του ανταπέδωσα το χαμόγελο. ‘Μόνο που...’, κόμπιασα.


‘Ναι;’, τα μάτια του ακόμα χαμογελούσαν.


‘Είναι φίλοι σου. Δεν θα παραξενευτούν που θα με δουν μαζί σου;’, αναρωτήθηκα. Ως τι θα με παρουσίαζε μπροστά τους;


‘Μα είσαι η κοπέλα μου’. Θεέ μου... Το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο λαμπερό. Σχεδόν πονούσα με το να τον κοιτάζω. Ήταν πανέμορφος. Και η λέξη «κοπέλα μου» ξέφευγε τόσο απλά από τα χείλη του.


‘Αλήθεια το λες αυτό;’, ρώτησα ντροπαλά και η καρδιά μου φούσκωσε από χαρά.


‘Φυσικά! Νόμιζα πως ήταν δεδομένο πως είσαι το κορίτσι μου, η κοπέλα μου’. Μου έκλεισε το μάτι. Εγώ χαμογέλασα πλατύτερα και έκρυψα το πρόσωπό μου πίσω από την κουρτίνα των μαλλιών μου.


‘Δεν είχαμε πει τίποτε σχετικό. Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα πως θα ήθελες να με αποκαλέσεις κοπέλα σου’, παραδέχτηκα, χαμηλώνοντας το βλέμμα μου και έπαιξα νευρικά με τα δάχτυλα των χεριών μου.


Τον ένιωσα να στέκεται πάνω από το κεφάλι μου, καθώς εγώ κάθισα πιο βαθιά στην δερμάτινη καρέκλα μου. Γονάτισε στο ύψος μου και με τα χέρια του, σήκωσε σιγά σιγά το πρόσωπό μου για να τον κοιτάξω.


‘Ιζαμπέλλα, είσαι η κοπέλα μου’, είπε απλά, μα πειστικά, χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο και άφησε ένα φιλί στο μέτωπό μου και ύστερα στα ξερά μου χείλη. Αυτό ήταν αρκετό για να με κάνει να ξεχάσω τους ενδοιασμούς μου. Όπως κάθε άλλη φορά, τα χείλη του Ντέιμον ήταν κάτι σαν φωτιά για μένα, που έδινε ζωή στο σώμα μου.


Για πρώτη φορά, ο Ντέιμον συγκρατήθηκε και δεν συνέχισε να με φιλάει. Με καθησύχασε και μου είπε πως οι φίλοι του σίγουρα θα με λάτρευαν.


Ύστερα από πολύωρη δουλειά, περίπου στις έξι το απόγευμα, ο Ντέιμον αποφάσισε πως ήταν ώρα να πάω στο σπίτι μου για να ξεκουραστώ και να ετοιμαστώ για την σημερινή νυχτερινή έξοδό μας. Παλιά, σίγουρα θα τον ρωτούσα πως θα έπρεπε να ντυθώ. Όμως πια ήξερα τι σήμαινε έξοδος. Φόρεμα, τακούνια και σίγουρα, βάψιμο. Το είχα συνηθίσει πιά.


Με συνόδευσε στο υπόγειο πάρκινγκ της εταιρείας μέχρι το αυτοκίνητό μου, ένα γαλάζιο Mini Cooper. Καθώς έβαλα μπρος την μηχανή και κατέβασα το ηλεκτρικό παράθυρο του οδηγού, τον ρώτησα που θα πηγαίναμε το βράδυ. Εκείνος όμως σήκωσε το ένα του φρύδι, μου χαμογέλασε με νόημα και κατευθύνθηκε προς το δικό του αμάξι, χωρίς να μου δώσει την παραμικρή πληροφορία. Κάθισα μερικά δευτερόλεπτα ακίνητη παρατηρώντας τις κινήσεις του καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό του και ύστερα γέλασα μέσα από τα δόντια μου, πατώντας το γκάζι.






Το διαμέρισμά μου στο κέντρο της Νέας Υόρκης με θέα το Σέντεραλ Παρκ, ήταν αρκετά μεγάλο για ένα άτομο. Μου το είχαν αγοράσει οι γονείς μου ως δώρο αποφοίτησης από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Στην αρχή το βρήκα λίγο υπερβολικό, αλλά μετά ένιωσα πως είναι να διακοσμείς το δικό σου σπίτι και το λάτρεψα. Είχε ένα αρκετά μεγάλο σαλόνι με τζάκι, μια τραπεζαρία που ήταν πολύ κοντά στο σαλόνι, μια ευρύχωρη κουζίνα, δύο υπνοδωμάτια και δύο μπάνια. Σίγουρα το όνειρο κάθε νέου που ξεκινούσε την ζωή του.
Το σαλόνι του διαμερίσματος.

Η κουζίνα.

Η τραπεζαρία.
Το υπνοδωμάτιο της Μπέλλα.
Το μπάνιο της.



Για μένα βέβαια, το καλύτερο ήταν η απέραντη θέα προς το Σέντεραλ Παρκ. Εδικά την ώρα του ηλιοβασιλέματος, η εικόνα γινόταν μαγική. Όταν είχα χρόνο, μ’αρεζε να φτιάχνω τον καφέ μου, να βάζω απαλή μουσική και να χαζεύω τα κτήρια και τα δέντρα από το παράθυρο. Άλλο ένα καλό του διαμερίσματός μου; Είχε πολλά μεγάλα παράθυρα.

Η θέα από το παράθυρο του σαλονιού της Μπέλλα.
Μόλις έφτασα στο σπίτι, έφτιαξα κάτι πολύ γρήγορο και εύκολο για να φάω - μακαρόνια με σάλτσα - και ύστερα έκανα ένα μπάνιο. Στέγνωσα τα μαλλιά μου, ισιώνοντάς τις ελαφριές μπούκλες που σχηματίζονταν και έβγαλα από την ντουλάπα μου το φόρεμα που είχα σχεδιάσει να φορέσω. Ήταν στράπλες, μαύρο, αρκετά κοντό και στην μέση δενόταν με έναν σατέν μαύρο φιόγκο. Ήταν κάπως απλό αλλά και επίσημο ταυτόχρονα. Τίποτα φανταχτερό. Έδωσα λίγο χρώμα στην εμφάνισή μου, φορώντας κόκκινες γόβες στιλέτο και έναν κόκκινο φάκελο.
Βάφτηκα όχι πολύ έντονα, με κόκκινο κραγιόν, απαλή σκιά σε γήινα χρώματα και eye liner. Πέρασα μια τελευταία φορά την βούρτσα μέσα από τα ίσια μαλλιά μου, έβαλα το άρωμα που μου είχε αγοράσει η αδερφή μου η Άλις στα τελευταία μου γενέθλια και κοιτάχτηκα στον καθρέπτη. Ναι, μου άρεζα. Ένα χαμόγελο ευχαρίστησης απλώθηκε στο πρόσωπό μου και ύστερα έτρεξα για να πάρω το παλτό μου.


Η ώρα είχε πάει οκτώ και είκοσι όταν τελείωσα και αποφάσισα να κατέβω κάτω για να περιμένω τον Ντέιμον. Πήρα το ασανσέρ που οδηγούσε από τον 32ο όροφο που βρισκόταν το διαμέρισμά μου στο ισόγειο και χαιρέτησα τον φύλακα που καθόταν σε μια γωνιά διαβάζοντας την εφημερίδα του. Ήταν ένας πολύ ευγενικός κύριος που τον έλεγαν Φρανκ περίπου στα 50 του. Μου χαμογέλασε και φιλοφρόνησε την εμφάνισή μου, κάνοντάς με να κοκκινίσω.


Σε περίπου επτά λεπτά, ο Ντέιμον σταμάτησε το αυτοκίνητό του μπροστά μου και βγήκε τρέχοντας, ντυμένος μ’ένα κομψό μπεζ κουστούμι και τα μαλλιά του επιμελώς ατημέλητα όπως πάντα.

Το αυτοκίνητο του Ντέιμον


Το κουστούμι που φοράει ο Ντέιμον.

Την στιγμή που με πλησίασε, εισέπνευσα την αντρική κολόνια του. Τα μάτια μου έκλεισαν ασυναίσθητα, απολαμβάνοντας την παρουσία του. Ένιωσα γύρω από την μέση μου το χέρι του που με τράβηξε κοντά στο σώμα του, αγκαλιάζοντάς με. Έκρυψα το πρόσωπό μου στο στέρνο του, αναπνέοντας βαθιά.


‘Έλα, ας πηγαίνουμε’, μου ψιθύρισε με τρυφερή φωνή.


Μου άνοιξε την πόρτα για να μπω στο τζιπ του κι εγώ βολεύτηκα στην αναπαυτική δερμάτινη θέση. Μέσα μύριζε σαν εκείνα τα αρωματικά που βάζουν στα αυτοκίνητα, αλλά στο μυαλό μου είχε μείνει το μεθυστικό άρωμα του Ντέιμον που μου έφερνε ζάλη. Εκείνος μπήκε στην θέση του οδηγού και αμέσως ξεκινήσαμε.


Τον παρακάλεσα μερικές φορές κατά την διάρκεια της διαδρομής να μου πει σε ποιο μέρος θα πηγαίναμε αλλά κάθε φορά, μου έκλεινε το στόμα μ’ένα βαθύ φιλί.


Η διαδρομή ήταν αρκετά μεγάλη και η κίνηση αφόρητη. Περνούσαμε διάφορους κεντρικούς δρόμους της Νέας Υόρκης. Κόσμος, φασαρία, αυτοκίνητα, φώτα... Ώσπου το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά από ένα πολυόροφο ξενοδοχείο. Ένα από τα ακριβότερα ξενοδοχεία της Νέας Υόρκης, το Four Seasons. Τι στο καλό κάναμε εδώ;



‘Ξενοδοχείο;’, ρώτησα μπερδεμένη και κάπως εκνευρισμένη που δεν ήξερα τι σχεδίαζε.


‘Γιατί, σου πέφτει λίγο;’ Το ύφος του ήταν πειραχτικό.


Ρουθούνισα. ‘Όχι φυσικά. Αλλά τι κάνουμε σ’ένα ξενοδοχείο σαν αυτό;’


Εκείνη την στιγμή ένας από τους φύλακες του ξενοδοχείου εμφανίστηκε δίπλα στην πόρτα του Ντέιμον. Προσπάθησε να μας δώσει οδηγίες για το που να παρκάρουμε το αμάξι, αλλά ο Ντέιμον προτίμησε να του δώσει ένα φιλοδώρημα για να το κάνει αυτός. Βγήκαμε από το αμάξι και καθώς κατευθυνθήκαμε προς την είσοδο, ο Ντέιμον τύλιξε γερά το χέρι του γύρω από την μέση μου, ήταν μια κάπως κτητική κίνηση. Εγώ κοιτούσα με περιέργεια την όψη του ξενοδοχείου.


Με οδήγησε στο ασανσέρ σιωπηλός και πάτησε το κουμπί του τελευταίου ορόφου. Αποφάσισα να μην ανοίξω το στόμα μου και να κάνω υπομονή. Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν και μπροστά μου εμφανίστηκε μια πολυτελή αίθουσα εστιατορίου. Ήχοι πιάτων, πιρουνιών και μαχαιριών ακουγόντουσαν σε συνδυασμό με τις συζητήσεις των καλοντυμένων ανθρώπων.


Το χέρι του Ντέιμον βρέθηκε για μια ακόμα φορά γύρω μου καθώς και οι δύο πήραμε στάσεις αυτοπεποίθησης με υψωμένα τα πιγούνια μας και περπατήσαμε προς τα μέσα.


‘Ντέιμον!’, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από αριστερά μας. Μια γνωστή φωνή.


Έψαξα μες στο πλήθος και είδα την αδερφή του Ντέιμον να περπατάει προς το μέρος μας μ’ένα τεράστιο χαμόγελο. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα που τόνιζε το υπέροχο σώμα της και τα καστανά μακριά μαλλιά της. Δίπλα της φαινόμουν ασήμαντη. Έτρεξε κατευθείαν και με αγκάλιασε με δύναμη.


‘Μπέλλα! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!’ Η φωνή της ήταν πολύ κοριτσίστικη, όπως την θυμόμουν. Θα μπορούσες να πεις πως ήταν η Μπάρμπι σε καστανό.


Ύστερα γύρισε στον αδερφό της. ‘Μου έλειψες, αγαπητέ αδερφέ’, είπε χαχανίζοντας και τον φίλησε στο μάγουλο. Και ύστερα πρόσεξε το χέρι του Ντέιμον γύρω μου. Το ένα της φρύδι ανασηκώθηκε αλλά μετά χαμογέλασε αχνά.


‘Έλα Μπέλλα να σε συστήσω στους φίλους μας’ Το βλέμμα μου έπεσε στο τραπέζι μπροστά μας. Τα βλέμματα των φίλων του Ντέιμον και της Έμιλυ ήταν στραμμένα πάνω μου και τους χαμογέλασα ευγενικά. Ο Ντέιμον έκανε μερικά βήματα μπροστά και τον ακολούθησα.


‘Από δω, Τζέιμς Χάρισον’, έδειξε με το χέρι της η Έμιλυ έναν ξανθό νεαρό με γαλανά μάτια κι ένα συγκρατημένο χαμόγελο. Μου έτεινε το χέρι του και το πήρα.


‘Βικτόρια Γουίλς’, στάθηκε δίπλα σε μια κοκκινομάλα κοπέλα που κι αυτή μου πρόσφερε το χέρι της.


Μου σύστησε ακόμα τρία άτομα ώσπου τα μάτια μου αιχμαλωτίστηκαν μέσα σε δύο άλλα πράσινα, στην άκρη του τραπεζιού. Ανήκαν σ’έναν άντρα. Περιεργάστηκα τα χαρακτηριστικά του. Τετραγωνισμένο πιγούνι, χείλη που με ικέτευαν να τα φιλήσω και μαλλιά στο χρώμα του χρυσού που με παρακαλούσαν να τα χαϊδέψω. Ήταν πανέμορφος, ντυμένος μ’ένα μαύρο κουστούμι, όχι τόσο επίσημο όσο του Ντέιμον.


Τον είδα να ξεροκαταπίνει. Τα μάτια μου εστίασαν για μια ακόμα φορά στα πράσινα δικά του. Με κοιτούσε επίμονα, διαπεραστικά. Ζαλίστικα κι ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Μου φάνηκε έντρομος, λες και μόλις είχε δει φάντασμα. Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει που είχα χαθεί στο πανέμορφο θέαμα μπροστά μου. Όμως κατάλαβα πως είχα σταματήσει να αναπνέω και πως όλοι μας κοιτούσαν. Μου φάνηκε πως τον είδα να ψιθυρίζει ξέπνοα το όνομα Μπελίσια. Δεν έβγαζα άκρη.


Ένιωσα από δίπλα μου τον Ντέιμον να τσιτώνεται και να σφίγγει πιο πολύ την μέση μου. Ο πρασινομάτης άγνωστος πρόσεξε αυτή την κίνηση και κοίταξε με μίσος προς την μεριά του Ντέιμον. Εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω τίποτε.


‘Και από δω ο Έντουαρντ Κάλλεν’, με διαφώτισε η Έμιλυ για τον μυστήριο άντρα. Παράξενο όνομα... Αλλά ξεχωριστό. Ο Έντουαρντ με χαιρέτησε μ’ένα απλό κούνημα του κεφαλιού του και χαμήλωσε το βλέμμα του.


Ο συνοδός μου τράβηξε μια καρέκλα δίπλα στην Έμιλυ για να καθίσω και πήρε κι αυτός την θέση από τα δεξιά μου. Ξερόβηξε και το πρόσωπό του φωτίστηκε για μια ακόμα φορά από ένα χαμόγελο, σαν να μην συνέβη τίποτα. Επικράτησε μια άβολη ησυχία, μέχρι που η Έμιλυ άρχισε πάλι να μιλάει με τους φίλους της. Έκανε μερικά κοπλιμέντα για το ντύσιμό μου και οι τρεις κοπέλες που βρισκόντουσαν στο τραπέζι συνέχισαν να συνομιλούν για τα ρούχα γενικότερα. Οι νεαροί, μαζί με τον Ντέιμον, έψαξαν για ένα καλό κρασί να πιούμε, κάνοντας διάφορα αστεία.


Μόνο δύο άτομα παρέμεναν σιωπηλά καθόλη την διάρκεια των συζητήσεων. Εγώ και ο Έντουαρντ που για κακή μου τύχη, οι ματιές μας διασταυρώνονταν πολύ συχνά. Εγώ όπως πάντα κοκκίνιζα κι εκείνος συνέχιζε να βάζει φωτιά με τα μάτια του στο δέρμα μου.


Για να νιώσουν όλοι πιο άνετα, αποφάσισα να πάρω μέρος στην συζήτηση των γυναικών, που τώρα πια μιλούσαν για το που θα περάσουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Η Έμιλυ με κάλεσε να τις περάσω μαζί της και μαζί με τον Ντέιμον στο παραθαλάσσιο εξοχικό τους στην Νότια Καρολίνα. Της απάντησα πως θα το σκεφτώ.


Όταν οι σερβιτόροι έφεραν τα πιάτα μας, εγώ ένιωσα την ανάγκη να ξεφύγω λιγάκι. Ανακοίνωσα στον Ντέιμον πως θα πήγαινα λίγο στην τουαλέτα να φρεσκαριστώ. Όλη την ώρα, τα μάτια του Έντουαρντ ήταν καρφωμένα πάνω μου, κάνοντάς με να νιώθω άβολα. Δεν του έδωσα σημασία και με γοργό ρυθμό έφτασα στις τουαλέτες.


Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέπτη, προσπαθώντας να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη. Ποιο ήταν το πρόβλημά του γαμώτο; Γιατί με κοιτούσε έτσι;


Αναστέναξα και με τα χέρια μου προσπάθησα να στρώσω τα μαλλιά μου καλύτερα. Έριξα λίγο νερό στα χείλη μου που είχαν ξεραθεί και μετά τα έβαψα ξανά με το κραγιόν που είχα στην τσάντα μου. Έβαλα στο πρόσωπό μου ένα χαμόγελο ικανοποιητικό και βγήκα από τις τουαλέτες.


Το μυαλό μου ταξίδευε και δεν πρόσεξα που περπατούσα, πέφτοντας ξαφνικά σε κάτι σκληρό. Τραβήχτηκα πίσω ντροπιασμένη όταν κατάλαβα πως είχα πέσει πάνω σε κάποιον. Σήκωσα τα μάτια μου και αμέσως αναγνώρισα τα μάτια αυτού του "κάποιου". Ήταν ο Έντουαρντ.



Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Dilemma - Πρόλογος

Dilemma-Δίλλημα


'Πρόλογος'


Και ξαφνικά, βρισκόμουν σε δίλλημα. Δεν ήξερα πια, πραγματικά ποια ήμουν. Η γυναίκα που ανήκε στον Ντέιμον ή η γυναίκα με την οποία ήταν ερωτευμένος ο καλύτερός του φίλος;


Ο Ντέιμον όμως δεν σταμάτησε. Ήταν λες και ήθελε να δείξει στον Έντουαρντ πως για μια ακόμα φορά, με είχε νικήσει και είχε καταφέρει να πάρει αυτό που θέλει. Πάντα έτσι ήταν για εκείνους, αυτό το είχα καταλάβει. Παρόλο που ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ταυτόχρονα έπαιζαν τον ρόλο του πιο σκληρού αντιπάλου. Και ο Ντέιμον πάντα νικούσε, όπως τώρα. Θα το άφηνα αυτό να συμβεί;


Ήταν ήδη αργά. Το χαμόγελο που φώτιζε το πρόσωπο του Έντουαρντ σβήστηκε την στιγμή που ήρθε αντιμέτωπος με το θέαμα μπροστά του. Ο Ντέιμον έσκυψε πιο κοντά μου, χαμογελώντας διαβολικά και με δύναμη κόλλησε τα χείλη του πάνω στα δικά μου. Όμως εγώ, για πρώτη φορά, δεν έκλεισα τα μάτια μου από ευχαρίστηση. Άφησα τη στιγμή να περάσει από μπροστά μου κι εγώ καθόμουν σαν απλός παρατηρητής. Θα μπορούσα να αποτρέψω τα όσα γινόντουσαν. Αλλά είχα μείνει σαν στήλη άλατος και τα χέρια μου μαζί με τα γόνατά μου έτρεμαν.


Το φιλί του Ντέιμον έγινε παθιασμένο και η γλώσσα του γλίστρησε μέσα στο στόμα μου, ίσως για να με κάνει να ξυπνήσω. Ανόητη Μπέλλα... Απλά ήθελε να νικήσει και να πάρει περισσότερα.


Επιτέλους, τραβήχτηκε πίσω και τα μάτια μου έπεσαν αργά στον Έντουαρντ. Η εικόνα έφερε ξαφνικά δάκρυα στα μάτια μου. Ο άνθρωπος που μου είχε σταθεί όσο κανένας άλλος, πονούσε στην κυριολεξία. Το μέτωπό του ζαρωμένο και τα μάτια του γεμάτα προδοσία και πόνο, πραγματικό πόνο. Όμως κάπου μέσα τους, έβρισκα την αγάπη που έτρεφε για μένα.


Ο Ντέιμον κοίταξε κι εκείνος προς το μέρος του μ’ένα αυτάρεσκο βλέμμα. Πως θα ήθελα να του ρίξω μπουνιά του μπάσταρδου. Εγώ θέλω να ρίξω μπουνιά στον Ντέιμον; Κάτι άλλαζε μέσα μου...


Όταν τα μάτια του Έντουαρντ ήρθαν σε επαφή με τα μάτια του Ντέιμον, ήταν λες και βγάζαν φωτιές. Τον κοίταξε με αηδία και μίσος. Και καθώς έσκυψε το κεφάλι του και πέρασε τα μακριά δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του, έκανε μεταβολή και τρέχοντας, με μεγάλες δρασκελιές, εξαφανίστηκε.


Δεν έφταιγα εγώ...


Δεν έφταιγα εγώ!


Δεν έφταιγα εγώ, που να πάρει!


Εσύ φταις, Μπέλλα!






Dilemma - Περίληψη και γενικά στοιχεία

Ιζαμπέλλα Μαρί (Μπέλλα)Σουάν:
Ηλικία:23
Ύψος: 1,68
Βάρος: 53 κιλά
Εθνικότητα: Αμερικανική
Περιοχή διαμονής: Νέα Υόρκη
Σπουδές και Εργασία: Σπουδές Νομικής στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Εργάζεται σε ένα από τα μεγαλύτερα δικηγορικά γραφεία των Η.Π.Α, την εταιρεία Σαλβατόρ.
Γονείς: Τσάρλι και Ρενέ Σουάν
Αδέρφια: Άλις και Έμετ Σουάν
Κατάσταση σχέσης: Ελεύθερη
Εξωτερικά χαρακτηριστικά: Καστανά μακριά μαλλιά μέχρι την μέση, μυστηριώδη σοκολατένια μάτια και σαρκώδη κατακόκκινα χείλη. Λεπτή μέση, απαλές καμπύλες και μακριά, λεπτά πόδια.
Γενικά Χαρακτηριστικά:Είναι μια πολύ ελκυστική, δυναμική, ανεξάρτητη και αξιαγάπητη κοπέλα που είναι ερωτευμένη με το αφεντικό της, τον μεγαλοεπειχηρηματία, Ντέιμον Σαλβατόρ.




Έντουαρντ Άντονι (Έντουαρντ) Κάλλεν:
Ηλικία:25
Ύψος: 1,85
Βάρος: 78 κιλά
Εθνικότητα: Αμερικανική
Περιοχή διαμονής: Νέα Υόρκη
Σπουδές και Εργασία: Σπουδές Νομικής στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Εργάζεται, επίσης στα δικηγορικά γραφεία Σαλβατόρ.
Γονείς: Κάρλαιλ και Έσμε Κάλλεν
Αδέρφια: -
Κατάσταση σχέσης: Ελεύθερος
Εξωτερικά Χαρακτηριστικά: Ατημέλητα χρυσόξανθα κοντά μαλλιά, σμαραγδένια λαμπερά μάτια και λεπτό τετραγονισμένο πρόσωπο. Ψηλό ανάστημα και γυμνασμένο σώμα.
Γενικά Χαρακτηριστικά: Είναι ένας καλόκαρδος, έξυπνος, εργατικός και ρομαντικός τύπος. Καλύτερος φίλος και συνεργάτης με τον ιδιοκτήτη της εταιρίας Σαλβατόρ, Ντέιμον Σαλβατόρ. Ερωτευμένος παθιασμένα και τρελά με την Μπέλλα Σουάν, αλλά χωρίς ανταπόκριση.


Ντέιμον - Άλεξ (Ντέιμον) Σαλβατόρ:
Ηλικία: 25
Ύψος: 1,89
Βάρος: 81 κιλά
Εθνικότητα: Ιταλική(Αμερικανική υπηκοότητα)
Τόπος διαμονής: Νέα Υόρκη
Σπουδές και Εργασία: Σπουδές Νομικής στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Έχει στην κατοχή του τα δικηγορικά γραφεία Σαλβατόρ που κληρονόμησε από τον πατέρα του.
Γονείς: Ρόμπερτ και Κριστίνα Σαλβατόρ
Αδέλφια: Έμιλυ Σαλβατόρ
Κατάσταση Σχέσης: Ελεύθερος
Εξωτερικά Χαρακτηριστικά: Ατημέλητα καστανά κοντά μαλλιά, καταγάλανα γυαλιστερά μάτια και ελαφρώς σαρκώδη χείλη. Ψηλό ανάστημα και καλογυμνασμένο σώμα.
Γενικά Χαρακτηριστικά: Είναι ένας πανέξυπνος, παθιασμένος, με ιταλική φινέτσα επιχειρηματίας που ρίχνει εύκολα τις γυναίκες και ψάχνει για την γυναίκα της ζωής του. Παρ'όλα αυτά έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στην νέα του εργαζόμενη, την πολυπόθητη Μπέλλα Σουάν.


Μαίρη - Άλις (Άλις) Σουάν:
Ηλικία: 22
Ύψος: 1, 66
Βάρος: 51 κιλά
Εθνικότητα: Αμερικανική
Τόπος διαμονής: Νέα Υόρκη
Σπουδές και Εργασία: Σπούδασε Σχεδιάστρια Μόδας και εργάζεται σε γνωστό Οίκο Μόδας.
Γονείς: Τσάρλι και Ρενέ Σουάν
Αδέρφια: Έμετ και Μπέλλα Σουάν
Κατάσταση σχέσης: Αρραβωνιασμένη με τον Τζάσπερ Χέιλ
Εξωτερικά Χαρακτηριστικά: Καστανά μαλλιά λίγο πιο κάτω από τους ώμους, γαλάζια μάτια και μεγάλο χαμόγελο. Γυμνασμένο σώμα, χωρίς πολλές καμπύλες και λεπτά πόδια.
Γενικά Χαρακτηριστικά: Ετοιμάζεται να παντρευτεί τον γιατρό Τζάσπερ Χέιλ και έχει μια ιδιαίτερη συμπάθεια για τον Έντουαρντ Κάλλεν ενώ θα μπορούσε κανείς να πει πως μισεί τον Ντέιμον Σαλβατόρ.


Tζάσπερ Χέιλ:
Ηλικία:26
Ύψος: 1,84
Βάρος: 78 κιλά
Εθνικότητα: Αμερικανική
Τόπος διαμονής: Νέα Υόρκη
Σπουδές και Εργασία: Σπουδές Ιατρικής και εργάζεται ως χειρούργος σ'ένα δημόσιο νοσοκομείο της Νέας Υόρκης.
Γονείς: Ελίζαμπεθ και Τζέιμς Χέιλ
Αδέρφια: Ρόζαλι Χέιλ
Κατάσταση σχέσης: Αρραβωνιασμένος με την Άλις Σουάν
Εξωτερικά Χαρακτηριστικά: Ξανθά μαλλιά, γκριζογάλανα μάτια, λεπτό και λίγο γυμνασμένο σώμα.
Γενικά Χαρακτηριστικά: Είναι πάντα ήρεμος και αποπνέει έναν αέρα μελαγχολίας. Αγαπάει την οικογένειά του, τους φίλους του και τους συμπαραστέκεται πάντα. Είναι καλύτερος φίλος με τον Έμετ Σουάν.


Ρόζαλι Λίλιαν (Ρόζαλι-Ρόουζ) Χέιλ:
 Ηλικία: 26
Ύψος: 1,75
Βάρος: 56 κιλά
Εθνικότητα: Αμερικανική
Τόπος διαμονής: Νέα Υόρκη
Σπουδές και Εργασία: Σπουδές Ψυχολογίας και έχει δικό της ιατρείο.
Γονείς: Ελίζαμπεθ και Τζέιμς Χέιλ
Αδέρφια: Τζάσπερ Χέιλ
Κατάσταση σχέσης: Παντρεμένη με τον Έμετ Σουάν
Εξωτερικά Χαρακτηριστικά: Ξανθά μακριά μαλλιά, γκριζογάλανα γυαλιστερά μάτια και λεπτό πρόσωπο. Ψηλή, χωρίς πολλές καμπύλες και ψηλά, λεπτά πόδια.
Γενικά Χαρακτηριστικά: Όμορφη και σαγηνευτική, διαβολική και πονηρή. Είναι προστατευτική με τους φίλους της και ιδιαίτερα με την Μπέλλα, καθώς την βλέπει σαν μικρή αδερφή της. Αγαπάει τα παιδιά και περιμένει πως και πως να αποκτήσει ένα δικό της.

Έμετ Σουάν:
Ηλικία: 26
Ύψος: 1,87
Βάρος: 84 κιλά
Εθνικότητα: Αμερικανική
Τόπος διαμονής: Νέα Υόρκη
Σπουδές και Εργασία: Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες και δουλεύει σε ιδιωτική Τράπεζα της Νέας Υόρκης.
Γονείς: Τσάρλι και Ρενέ Σουάν
Αδέρφια: Μπέλλα και Άλις Σουάν
Κατάσταση σχέσης: Παντρεμένος με την Ρόζαλι Χέιλ
Εξωτερικά Χαρακτηριστικά: Καστανόξανθα κοντά μαλλιά, μελί μάτια και τετραγωνισμένο πρόσωπο. Ψηλός με πολύ γυμνασμένο σώμα.
Γενικά Χαρακτηριστικά: Αγαπάει όλο τον κόσμο εκτός του Ντέιμον Σαλβατόρ. Λατρεύει τις μεγάλες και σφιχτές αγκαλιές. ενώ του αρέσει να κάνει πλάκα συνεχώς και να πειράζει τις αδερφές του.




Έμιλυ - Γκρασιέλα (Έμιλυ) Σαλβατόρ:
Ηλικία: 22
Ύψος: 1,69
Βάρος: 52 κιλά
Εθνικότητα: Ιταλική (Αμερικανική υπηκοότητα)
Τόπος διαμονής: Νέα Υόρκη
Σπουδές και Εργασία: Σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.
Γονείς: Ρόμπερτ και Κριστίνα Σαλβατόρ
Αδέρφια: Ντέιμον Σαλβατόρ
Κατάσταση σχέσης: Ελεύθερη
Εξωτερικά Χαρακτηριστικά: Καστανά μακριά μαλλιά, καστανά μάτια και στρογγυλό πρόσωπο. Λεπτό σώμα και απαλές καμπύλες.
Γενικά Χαρακτηριστικά: Είναι μια γλυκιά και γεμάτη κατανόηση κοπέλα που προσπαθεί να κατακτήσει τον Έντουαρντ. Αγαπάει πολύ την οικογένειά της και έχει μια μανία να σπρώχνει τον Ντέιμον στην αγκαλιά της Μπέλλα( γιατί άραγε;)


Η ιστορία: Η Μπέλλα είναι μια αξιαγάπητη, δυναμική και ανεξάρτητη κοπέλα στα 23 της χρόνια που είναι ερωτευμένη με το αφεντικό της, τον μεγαλοεπιχειρηματία, Ντέιμον Σαλβατόρ. Ο Ντέιμον ψάχνει για την γυναίκα της ζωής του και η Μπέλλα είναι μια παρηγοριά γι'αυτόν. Εκείνος την χρησιμοποιεί άθελά του, όμως φτάνει η στιγμή που η Μπέλλα θα ζητήσει περισσότερα από αυτόν.
Ταυτόχρονα, ο Έντουαρντ Κάλλεν είναι ο καλύτερος φίλος του Ντέιμον και τρελά ερωτευμένος με την Μπέλλα. Βλέπει τι περνάει η αγαπημένη του εξαιτίας του Ντέιμον και της συμπαραστέκεται σαν καλός φίλος. Εκείνη όμως τον βλέπει μόνο σαν φίλο, ακόμα κι όταν ο Έντουαρντ της εξομολογείται για το τι νιώθει πραγματικά.
Θα καταλάβει ποτέ η Μπέλλα ποιος πραγματικά της ταιριάζει ή θα είναι πολύ αργά;