Σελίδες

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Dilemma - Πρόλογος

Dilemma-Δίλλημα


'Πρόλογος'


Και ξαφνικά, βρισκόμουν σε δίλλημα. Δεν ήξερα πια, πραγματικά ποια ήμουν. Η γυναίκα που ανήκε στον Ντέιμον ή η γυναίκα με την οποία ήταν ερωτευμένος ο καλύτερός του φίλος;


Ο Ντέιμον όμως δεν σταμάτησε. Ήταν λες και ήθελε να δείξει στον Έντουαρντ πως για μια ακόμα φορά, με είχε νικήσει και είχε καταφέρει να πάρει αυτό που θέλει. Πάντα έτσι ήταν για εκείνους, αυτό το είχα καταλάβει. Παρόλο που ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ταυτόχρονα έπαιζαν τον ρόλο του πιο σκληρού αντιπάλου. Και ο Ντέιμον πάντα νικούσε, όπως τώρα. Θα το άφηνα αυτό να συμβεί;


Ήταν ήδη αργά. Το χαμόγελο που φώτιζε το πρόσωπο του Έντουαρντ σβήστηκε την στιγμή που ήρθε αντιμέτωπος με το θέαμα μπροστά του. Ο Ντέιμον έσκυψε πιο κοντά μου, χαμογελώντας διαβολικά και με δύναμη κόλλησε τα χείλη του πάνω στα δικά μου. Όμως εγώ, για πρώτη φορά, δεν έκλεισα τα μάτια μου από ευχαρίστηση. Άφησα τη στιγμή να περάσει από μπροστά μου κι εγώ καθόμουν σαν απλός παρατηρητής. Θα μπορούσα να αποτρέψω τα όσα γινόντουσαν. Αλλά είχα μείνει σαν στήλη άλατος και τα χέρια μου μαζί με τα γόνατά μου έτρεμαν.


Το φιλί του Ντέιμον έγινε παθιασμένο και η γλώσσα του γλίστρησε μέσα στο στόμα μου, ίσως για να με κάνει να ξυπνήσω. Ανόητη Μπέλλα... Απλά ήθελε να νικήσει και να πάρει περισσότερα.


Επιτέλους, τραβήχτηκε πίσω και τα μάτια μου έπεσαν αργά στον Έντουαρντ. Η εικόνα έφερε ξαφνικά δάκρυα στα μάτια μου. Ο άνθρωπος που μου είχε σταθεί όσο κανένας άλλος, πονούσε στην κυριολεξία. Το μέτωπό του ζαρωμένο και τα μάτια του γεμάτα προδοσία και πόνο, πραγματικό πόνο. Όμως κάπου μέσα τους, έβρισκα την αγάπη που έτρεφε για μένα.


Ο Ντέιμον κοίταξε κι εκείνος προς το μέρος του μ’ένα αυτάρεσκο βλέμμα. Πως θα ήθελα να του ρίξω μπουνιά του μπάσταρδου. Εγώ θέλω να ρίξω μπουνιά στον Ντέιμον; Κάτι άλλαζε μέσα μου...


Όταν τα μάτια του Έντουαρντ ήρθαν σε επαφή με τα μάτια του Ντέιμον, ήταν λες και βγάζαν φωτιές. Τον κοίταξε με αηδία και μίσος. Και καθώς έσκυψε το κεφάλι του και πέρασε τα μακριά δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του, έκανε μεταβολή και τρέχοντας, με μεγάλες δρασκελιές, εξαφανίστηκε.


Δεν έφταιγα εγώ...


Δεν έφταιγα εγώ!


Δεν έφταιγα εγώ, που να πάρει!


Εσύ φταις, Μπέλλα!






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου