Σελίδες

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

My Soul Mate - Κεφάλαιο 1ο




Κεφάλαιο 1ο


'Αδράνεια'


Έντουαρντ




Δεν είχα ιδέα γιατί καθόμουν εδώ μόνος μου αντί να βγω έξω και να ψάξω για εκείνη. Εγώ ήμουν αυτός που έκανε δύσκολη και την δική μου ζωή αλλά και την ζωή της οικογένειάς μου. Αν την έβρισκα, όλα θα γινόντουσαν όπως στην αρχή. Θα έβρισκα το άλλο μου μισό και θα ήμουν και πάλι ευτυχισμένος. Και σίγουρα δεν θα άφηνα ούτε τον ίδιο τον Θεό να την πάρει μακριά μου. Θα έπρεπε κάπως να την προστατεύσω. Δεν ήμουν διατεθειμένος να ξαναπεράσω τα ίδια χρόνια αγωνίας και πόνου που είχα περάσει στις τρεις προηγούμενες ζωές μου, όταν εκείνη είχε φύγει.


‘Θείε, Έντουαρντ;’, άκουσα την παιδική φωνή του Στέφαν. Τον είδα να στέκεται στην πόρτα, η περιέργεια έκδηλη στα δύο μικρά γαλανά του μάτια, καθώς με κοίταζε. Του χαμογέλασα με το μυαλό μου μίλια μακριά. Όμως ήθελα να επικεντρωθώ έστω και για ένα λεπτό σε κάτι άλλο εκτός από εκείνη. Να πάρει...


‘Τι συμβαίνει Στέφαν;’


‘Γιατί είσαι στεναχωρημένος;’, ρώτησε ντροπαλά.


‘Δεν είμαι στεναχωρημένος, μεγάλε’, είπα γρήγορα και αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα να τον ξεγελάσω.


Έβαλε τα χέρια του στα πλευρά του και με κοίταξε σαν να τον υποτιμούσα. ‘Τότε γιατί κοιτούσες γεμάτος μελαγχολία έξω από το παράθυρο επί δέκα λεπτά;’ στριφογύρισε τα μάτια του ‘Θείε, δεν είμαι πια τόσο μικρός...’


Γέλασα πνιχτά. ‘Και βέβαια δεν είσαι. Έλα εδώ.’, του έκανα μια κίνηση με το χέρι μου για να έρθει κοντά μου στο κρεβάτι.


Καθώς με πλησίαζε παρατήρησα πως μέρα με την μέρα άρχιζε να μοιάζει όλο και πιο πολύ με τον Τζάσπερ. Μόνο τα μάτια του, που ήταν γαλανά, έμοιαζαν με της Άλις. Τα χρυσαφένια μαλλιά του έπεφταν μπροστά στο μέτωπό του και στο σβέρκο του σε μικροσκοπικές μπουκλίτσες. Τα λακκάκια του γινόντουσαν πιο βαθιά κάθε φορά που μου χάριζε το αστραφτερό χαμόγελό του και πρόσεξα πως του είχε βγει ένα από τα πάνω μπροστινά δόντια του.


Ήρθε και κάθισε δίπλα μου με μια έκφραση ανυπομονησίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.


‘Στέφαν, δεν ξέρω αν θα καταλάβεις αυτό που θα σου πω.’, μουρμούρισα σκεφτικά και έκανα μια παύση για να αναστενάξω. ‘Όπως ξέρεις, η οικογένειά μας δεν είναι όπως οι άλλες που βλέπεις καθημερινά στην πόλη. Βέβαια, υπάρχουν και άλλες οικογένειες σαν την δική μας αλλά είναι λίγες και πρέπει να ψάξεις καλά για να τις βρεις. Eν πάση περιπτώσει, κάθε ένα άτομο από αυτές τις οικογένειες, έχει μια αδελφή ψυχή.’


‘Αδελφή ψυχή;’, ρώτησε ενθουσιασμένος ο Στέφαν.


‘Ναι. Η αδελφή ψυχή είναι το άλλο σου μισό. Κάτι σαν τον μπαμπά σου και την μαμά σου’, του εξήγησα.


΄Δηλαδή οι αδελφές ψυχές αγαπιούνται;’ Ένα τεράστιο χαμόγελο σκέπασε τα χείλη του.


‘Μχμμ... Και μάλιστα πάρα πολύ.’


‘Και η μαμά και ο μπαμπάς έτσι είναι;’


Έγνεψα.


‘Τέλειο! Θα βρω κι εγώ μια μέρα την αδερφή ψυχή μου;’


‘Ναι. Και να είσαι σίγουρος πως θα αλλάξεις πάρα πολύ, προς το καλό, όταν την βρεις. Θα την αγαπάς όσο τίποτε άλλο. Θα είναι χαραγμένη στην καρδιά σου. Όμως θα πρέπει να είσαι προσεχτικός για να μην φύγει.’, η φωνή μου έσπασε στην τελευταία πρόταση και ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό μου. Ο Στέφαν ήρθε πιο κοντά μου και έβαλε τα δύο μικρά χεράκια του πάνω στα μάγουλά μου. Ύστερα, με τον δείκτη του, σκούπισε το δάκρυ μου.


Η καρδιά μου άνοιξε στα δύο και από μέσα της βγήκε όλη η αγάπη που είχα γι’αυτό το μικρό αγοράκι. Μετά από πολύ καιρό, κάτι άγγιξε την καρδιά μου. Για μια φορά, μπορούσα να κοιτάξω μέσα σε δύο μικρά μάτια, να δω την συμπόνια μέσα τους για μένα και να μην νιώσω ακόμα πιο δυστυχισμένος και μίζερος. Κάθε φορά που έβλεπα την Άλις και τον Τζάσπερ να ανησυχούν για μένα δεν το άντεχα. Όμως, σήμερα, ένιωσα ξαφνικά ελπίδα.


‘Εσύ την έχασες;’, ψιθύρισε στεναχωρημένος.


Προσπάθησα να χαμογελάσω αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να βγάλω ένα βογγητό πόνου, βαθιά μέσα από το στήθος μου. Ανέπνευσα βαθιά και κούνησα ελάχιστα, καταφατικά το κεφάλι μου. Και τότε, ένιωσα ένα μικρό σωματάκι να πιέζεται πάνω στο δικό μου μεγάλο σώμα και δύο λεπτοκαμωμένα χεράκια να βρίσκονται γύρω από τον λαιμό μου. Τα μαλλιά του Στέφαν χάιδεψαν το μάγουλό μου και έφερα τα χέρια μου γύρω του. Πίεσα το ζεστό κορμί του πιο πολύ πάνω στο δικό μου και μου φάνηκε πως μπόρεσα να νιώσω την καρδιά του να χτυπάει.


Τραβήχτηκε πίσω μετά από λίγα λεπτά και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια με σιγουριά. ‘Θα την βρεις.’


‘Ορίστε;’ Είχα καταλάβει ακριβώς για ποια μιλούσε. Αλλά δεν καταλάβαινα πως ήταν τόσο σίγουρος ότι θα την βρω. Είχα χάσει ακόμα και την τελευταία μου ελπίδα. Ίσως να μην ήταν γραφτό να μην είμαστε μαζί.


Και βέβαια είναι γραφτό! Αλλιώς δεν θα ένιωθες πως κάτι έλλειπε από μέσα σου κάθε φορά που εκείνη δεν βρισκόταν κοντά σου.


‘Θα την βρείς.’, επανέλαβε ο Στέφαν και έτρεξε έξω από το δωμάτιό.


Έχει δίκιο, ξέρεις..., σκέφτηκε η Άλις.


Πέρασα τα δάχτυλά μου μέσα από τα μαλλιά μου, τραβώντας τα τόσο δυνατά που το δέρμα μου άρχισε να πονάει. Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου, έβαλα τις παντόφλες μου και κατέβηκα στην κουζίνα. Εκεί βρήκα την Άλις να πλένει τα πιάτα και τον Στέφαν να τρώει το ψωμί με την μαρμελάδα του. Κάθισα σε μια καρέκλα δίπλα στον ανιψιό μου και του χάιδεψα παιχνιδιάρικα τις μπούκλες του. Εκείνος χαχάνισε και συνέχισε να παίζει με το πορτοκαλί στρώμα μαρμελάδας.


Έφτασα με το χέρι μου το τηλεκοντρόλ που βρισκόταν στο τραπέζι και άνοιξα την τηλεόραση που υπήρχε στην άκρη του πάγκου, σταματώντας σ’ένα κανάλι που έδειχνε έναν αγώνα μπέιζμπολ. Ο Στέφαν κατευθείαν σηκώθηκε από την καρέκλα του ενθουσιασμένος και στάθηκε μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης.


‘Για έλα εδώ, νεαρέ μου! Πρώτον, σου έχω πει να μην κάθεσαι τόσο κοντά στην τηλεόραση και δεύτερον, κάτσε να φας το ψωμί με την μαρμελάδα σου.’, τον μάλωσε η Άλις αλλά εκείνος ούτε που ξεκόλλησε τα μάτια του από το παιχνίδι. Έγνεψε αφηρημένα, αγνοώντας την μητέρα του.


‘Να ακούς την μητέρα σου, Στέφαν.’, άκουσα τον Τζάσπερ να λέει την ώρα που κοντοστάθηκε στην πόρτα.


‘Δεν πεινάω.’, γκρίνιαξε ο Στέφαν.


Ο Τζάσπερ περπάτησε ως εκεί που βρισκόταν ο γιος του και τον φίλησε στο μέτωπο.


‘Τουλάχιστον κάτσε λίγο πιο πίσω.’


Ο Στέφαν ξεφύσησε ενοχλημένος αλλά πήγε και κάθισε περίπου ενάμιση μέτρο πιο πίσω, κάνοντας τον πατέρα του να γελάσει.


‘Ούτε μια αγκαλιά;’, παραπονέθηκε ο Τζάσπερ και κατσούφιασε. ‘Φαίνεται πως το μπέιζμπολ είναι πιο σημαντικό για τον μικρό Στέφαν’, τον πείραξε ο πατέρας του.


‘Δεν είμαι μικρός!’, πετάχτηκε ο Στέφαν, με φωνή που έδειχνε πως ήταν ενοχλημένος με τα λόγια του πατέρα του. Ο Τζάσπερ στριφογύρισε τα μάτια του αλλά το χαμόγελο δεν σβήστηκε από το πρόσωπό του. Εγώ τους κοιτούσα προσηλωμένος, θαυμάζοντας την οικογενειακή ατμόσφαιρα που ζούσα. Βέβαια θα ένιωθα πιο ολοκληρωμένος αν...


Το μυαλό μου θόλωσε καθώς εικόνες από την γυναίκα που αγαπούσα στοίχειωσαν τις σκέψεις μου για ακόμα μια φορά. Κάθε φορά που την συναντούσα, κατά έναν περίεργο τρόπο, για μένα παρέμενε ίδια. Μπορεί τα χαρακτηριστικά της να άλλαζαν σε κάθε της ζωή, αλλά τα ζεστά εκφραστικά σοκολατένια της μάτια παρέμεναν ίδια. Ήταν το μονοπάτι της ψυχής της και από εκεί μπορούσα να την αναγνωρίζω ακόμα και αν είχε αλλάξει χίλιες εμφανίσεις. Από τα μάτια της μπορούσα να καταλάβω πως εκείνη είναι αυτή που ψάχνω.


Κάπου, πίσω στην πραγματικότητα, άκουσα κάποιες φωνές και ανάγκασα το μυαλό μου να ξεφύγει από τις σκέψεις μου. Γύρισα να κοιτάξω τον Τζάσπερ, ο οποίος με είχε το βλέμμα του καρφωμένο πάνω μου επίμονα, εξετάζοντας το πρόσωπό μου. Ήταν λες και περίμενε μια απάντηση από μια ερώτηση που δεν είχα καταφέρει να ακούσω.


‘Χμ;’


‘Σε ρώτησα αν κατάφερες σήμερα τίποτα’, είπε με σταθερή φωνή και σίγουρα τα λόγια του είχαν δύο όψεις. Αποφάσισα όμως να απαντήσω σε αυτό που με συνέφερε.


Αναστέναξα αφήνοντας την πλάτη μου να ακουμπήσει πίσω στην καρέκλα. ‘Όχι, τίποτα. Φαίνεται πως η συγγραφή μου τους φαίνεται πολύ μελαγχολική και μουντή. Τα συναισθήματα που αφήνω στους αναγνώστες είναι μόνο ο πόνος και η πικρία, λέει ο Άρο’, πληροφόρησα τον Τζάσπερ με απογοήτευση.


Η Άλις άφησε το πιάτο που έπλενε να γλιστρήσει επίτηδες από το χέρι της δημιουργώντας έναν δυνατό ήχο που μας έκανε όλους να τρομάξουμε.


‘Όλα αυτά είναι βλακείες. Τι θα πει μουντό και μελαγχολικό; Η ιστορία σου είναι εξαιρετικά καλογραμμένη και μας δίνει να καταλάβουμε πως τίποτα στην ζωή δεν είναι εύκολο. Και πάνω απ’όλα ο έρωτας και η αγάπη. Μα πόσο ηλίθιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι!’, πέταξε εκνευρισμένα η Άλις αλλά μπορούσα να διακρίνω στην φωνή της την λύπη της. Πίστευε πως αδικούμουν.


‘Άλις, δεν είναι απαραίτητο να αρέσει σε όλους η ιστορία μου. Ο καθένας έχει διαφορετική άποψη’, προσπάθησα να της δώσω να καταλάβει. Στο κάτω-κάτω, δεν επιζητούσα να γίνω συγγραφέας. Η συγγραφή ήταν κάτι το οποίο με βοηθούσε να εκφράσω τα αληθινά μου συναισθήματα και να πω όσα ήθελα να πω χωρίς να φοβάμαι. Να προσπαθήσω να κάνω κάποιον να μ’ακούσει. Απλά η Άλις θεωρούσε πως εάν ασχολιόμουν επαγγελματικά με την συγγραφή, ίσως να μπορούσα να νιώσω καλύτερα. Όμως και οι δύο μας ξέραμε πολύ καλά πως κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν μέχρι να μπορέσω να έχω στο πλάι μου την αδελφή-ψυχή μου.


Η Άλις δεν συνέχισε περεταίρω αν και ήξερα από τις σκέψεις της πως είχε στολίσει τον Άρο με άπειρα επίθετα. Η δύο άκρες του στόματός μου ανασηκώθηκαν ελάχιστα και προσπάθησα να κρύψω το χαμόγελό μου με ένα βήξιμο. Η Άλις μου έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα και με προειδοποίησε μέσα από τις σκέψεις τις να μην ανοίξω το στόμα μου.


Η Άλις έβαλε μπροστά στον Τζάσπερ ένα πιάτο με κοτόπουλο και εκείνος άρχισε να τσιμπολογάει μερικές πατάτες, μέχρι που το έφαγε όλο. Μιλήσαμε όλοι γενικά για την μέρα μας και γελάσαμε με τα έξυπνα σχόλια του Στέφαν. Ο Τζάσπερ κάθε τόσο με κοιτούσε ερευνητικά αλλά εγώ προσπαθούσα να κρατηθώ έξω από το μυαλό του. Δεν ήθελα να μου υπενθυμίζει το δικό μου λεπτό και επώδυνο θέμα σε μια τέτοια οικογενειακή στιγμή που υποτίθεται πως ήταν για την Άλις, τον Τζάσπερ και τον Στέφαν. Δεν έπρεπε να φορτώνω τα βάρη μου σε ανθρώπους που με αγαπούσαν και με στήριζαν.


Μετά από περίπου μία ώρα γεμάτη γέλια και αστεία, αποφασίσαμε πως ήταν καιρός να κατευθυνθούμε προς τα δωμάτιά μας. Ήδη ήταν δέκα και μισή και ο Στέφαν ίσα ίσα που μπορούσε να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.


‘Ένα λεπτό, Έντουαρντ’ Ένιωσα ένα χέρι να ακουμπάει τον ώμο μου την ώρα που πήγα να ανοίξω την πόρτα του δωματίου μου. Άπό την φωνή κατάλαβα πως αυτό το χέρι ανήκε στον κουνιάδο μου. Δειλά γύρισα να τον κοιτάξω κάνοντας πως δεν συνέβαινε τίποτα.


‘Τι συμβαίνει, Τζάσπερ;’, ρώτησα προσεχτικά προσπαθώντας να αγνοήσω τον γρήγορο χτύπο της καρδιάς μου.


Τα ένα του φρύδι ανασηκώθηκε ερωτηματικά και αμέσως ήξερα τι ήταν αυτό που ήθελε να με ρωτήσει. ‘Νομίζεις πως δεν σε κατάλαβα; Μπορώ να νιώσω ό,τι αισθάνεσαι, εάν το θυμάσαι’, μου επισήμανε σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά στο στήθος του.


Προσπάθησα να κρατήσω χαλαρή τη μάσκα του προσώπου μου. ‘Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς’, δικαιολογήθηκα.


‘Νομίζω πως ξέρεις πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλάω’.


Χαμήλωσα το κεφάλι μου μη θέλοντας να του δείξω τα συναισθήματά μου. Κι ας μπορούσε να με καταλάβει καλύτερα απ’όλους με το μοναδικό χάρισμά του. Δεν ήθελα να δω μέσα από τα μάτια του το πρόσωπό μου.


‘Δεν υπάρχει κανένα νέο’, μουρμούρισα χωρίς χρώμα στην φωνή μου. Ο λαιμός μου καιγόταν και μου ήταν δύσκολο να καταπιώ. Έτριψα με την παλάμη μου νευρικά το σβέρκο μου.


‘Ναι, αυτό το κατάλαβα και χωρίς να μου το πεις. Αλλά Έντουαρντ, δεν αντέχω άλλο πια να σε βλέπω σε αυτή την κατάσταση. Στεναχωρείς κι εμένα και την Άλις αλλά και τον Στέφαν. Και δεν κάνεις καλό στον εαυτό σου. Πρέπει να βγεις να την ψάξεις, Έντουαρντ! Δεν μπορείς να την περιμένεις μια ζωή χωρίς να κάνεις τίποτα!’, ξέσπασε κι ένιωσα τον θυμό να βράζει μέσα μου. Ήμουν θυμωμένος με τον εαυτό μου.


‘Το ξέρω! Αλλά φοβάμαι, Τζάσπερ! Τι θα έκανα εάν έβγαινα κάθε μέρα να την ψάξω και τελικά δεν ήταν πουθενά;’ Ήμουν δειλός.


‘Δηλαδή προτιμάς να κάθεσαι μέσα στο σπίτι κλαψουρίζοντας για την χαμένη σου αγάπη που στην ουσία δεν κάνεις τίποτα για να την βρείς;’ Τώρα ήταν πραγματικά εκνευρισμένος και δεν είχα να πω τίποτα. Το μυαλό μου δεν έβρισκε μια λογική εξήγηση και ταυτόχρονα δικαιολογία για το ότι δεν πήγαινα να την ψάξω.



Σιωπή...


‘Καλά θα κάνεις, Έντουαρντ, να μην μείνεις άλλο αδρανής’, με προειδοποίησε και μου γύρισε την πλάτη του κατευθυνόμενος προς το υπνοδωμάτιο που μοιραζόταν με την Άλις.


Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου προσπαθώντας να καθαρίσω το μυαλό μου και να χαλαρώσω και μπήκα γρήγορα στο δωμάτιό μου. Βούλιαξα με δύναμη στο κρεβάτι μου και τράβηξα από πάνω μου το πάπλωμα.


Ζύγισα τις επιλογές μου. Θα καθόμουν με σταυρωμένα χέρια ρισκάροντας να μην την βρω ποτέ μου ή θα πήγαινα να την ψάξω, έχοντας στο τσεπάκι μου περισσότερες πιθανότητες να είμαι κοντά της; Έτσι όπως το έθετα, φυσικά και θα διάλεγα την δεύτερη επιλογή. Τα πάντα για να είμαι κοντά της...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου